ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΟΛΩΣ ἀκούεται ἐν ὑμῖν πορνεία, καὶ τοιαύτη πορνεία, ἥτις οὐδὲ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὀνομάζεται, ὥστε γυναῖκά τινα τοῦ πατρὸς ἔχειν.
Εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν καὶ διαδεδομένον, ὅτι ἐπικρατεῖ μεταξύ σας πορνεία, καὶ τοιούτου εἴδους πορνεῖα, ποὺ οὔτε μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν δὲν ἀναφέρεται, ὥστε κάποιος ἀπὸ σᾶς νὰ ἔχῃ τὴν γυναῖκα τοῦ πατέρα του, τὴν μητρυιάν του δηλαδή.
2 καὶ ὑμεῖς πεφυσιωμένοι ἐστέ, καὶ οὐχὶ μᾶλλον ἐπενθήσατε, ἵνα ἐξαρθῇ ἐκ μέσου ὑμῶν ὁ τὸ ἔργον τοῦτο ποιήσας!
Καὶ σᾶς ἀντὶ νὰ ἐντρέπεσθε δι’ αὐτό, ἑξακολουθεῖτε νὰ εἶσθε φαντασμένοι καὶ φουσκωμένοι διὰ τὴν σοφίαν σας, καὶ δὲν ἐκηρύξατε μᾶλλον πένθος ἐπίσημον καὶ γενικὸν διὰ νὰ ἐκδιωχθῇ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν σας ἐκεῖνος, ποὺ ἔκαμε τὴν πρᾶξιν αὐτήν! Ἡ εὐθύνῃ πίπτει ὁλόκληρος ἐπάνω σας.
3 ἐγὼ μὲν γὰρ ὡς ἀπὼν τῷ σώματι, παρὼν δὲ τῷ πνεύματι, ἤδη κέκρικα ὡς παρὼν τὸν οὕτω τοῦτο κατεργασάμενον,
Διότι ἐγὼ μέν, ἐπειδὴ ἀπουσιάζω σωματικῶς, εἶμαι ὅμως παρὼν εἰς τὴν Κόρινθον μὲ τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν μου, ἔχω πλέον κρίνει καὶ καταδικάσει, σὰν νὰ ἤμουν παρών, τὸν ἀναίσχυντον αὐτόν, ποὺ ἔκαμε τὴν μισητὴν αὐτὴν πρᾶξιν.
4 ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ συναχθέντων ὑμῶν καὶ τοῦ ἐμοῦ πνεύματος σὺν τῇ δυνάμει τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
Τώρα δὲ ἀφοῦ συναχθῶμεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, σεῖς καὶ ἐγὼ παρὼν μεταξύ σας πνευματικῶς μαζὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ
5 παραδοῦναι τὸν τοιοῦτον τῷ σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκός, ἵνα τὸ πνεῦμα σωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
ἂς παραδώσωμεν τὸν τοιοῦτον εἰς τὸν σατανᾶν ἀποκόπτοντες αὐτὸν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, διὰ νὰ τιμωρηθῇ καὶ κολασθῇ σκληρὰ τὸ σῶμα του καὶ σωφρονισθῇ μὲ τὴν παιδαγωγίαν αὐτήν, ὥστε νὰ σωθῇ ἔτσι ἡ ψυχή του κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δευτέρας παρουσίας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
6 Οὐ καλὸν τὸ καύχημα ὑμῶν. οὐκ οἴδατε ὅτι μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ;
Ἠ ἀδιαφορία αὐτή, ποὺ ἐδείξατε ἕως τώρα, εἶναι μία ἐπὶ πλέον ἀπόδειξις, ὅτι δὲν εἶναι καλὴ ἡ καύχησίς σας καὶ δικαίως ἀπεδοκίμασα αὐτήν. Δὲν ξεύρετε, ὅτι ὀλίγον προζύμιον ζυμώνει ὁλόκληρον τὴν μᾶζαν τοῦ ζυμαριοῦ;
7 ἐκκαθάρατε οὖν τὴν παλαιὰν ζύμην, ἵνα ἦτε νέον φύραμα, καθώς ἐστε ἄζυμοι. καὶ γὰρ τὸ πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός·
Ξεκαθαρίσατε λοιπὸν τὸ παλαιὸν προζύμιον τῆς διαφθορᾶς τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, διὰ νὰ εἶσθε νέα μᾶζα ζυμαριοῦ, καθὼς διὰ τῆς πίστεως καὶ τοῦ βαπτίσματος ἔχετε ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν παλαιὰν κακὴν ζύμην. Ὀφείλομεν δὲ νὰ εἴμεθα ἄζυμοι, διότι καὶ ἡμεῖς ἑορτάζομεν θεῖον καὶ ὑπερφυὲς Πάσχα. Ὁ ἰδικός μας πασχάλιος ἀμνὸς εἶναι ὁ Χριστός, ποὺ ἐθυσιάσθη ὑπὲρ ἡμῶν.
8 ὥστε ἑορτάζωμεν μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδὲ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ᾿ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας.
Ὥστε ἂς ἐορτάζωμεν συνεχῶς καὶ εἰς ὅλην τὴν ζωήν μας τὸ Πάσχα μας αθυτὸ ὄχι μὲ τὸ παλαιὸν προζύμιον τῶν ἰουδαϊκῶν καὶ εἰδωλολατρικῶν φρονημάτων καὶ συνηθειῶν, οὔτε μὲ προζύμιον κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλὰ μὲ ἄζυμα βίου καθαροῦ, συμμορφωμένου πρὸς τὴν χριστιανικὴν ἀλήθειαν καὶ εὐθύτητα.
9 Ἔγραψα ὑμῖν ἐν τῇ ἐπιστολῇ μὴ συναναμίγνυσθαι πόρνοις,
Σᾶς ἔγραψα εἰς προηγουμένην ἐπιστολήν μου νὰ μὴ ἔχετε στενὰς καὶ συχνὰς σχέσεις πρὸς πόρνους.
10 καὶ οὐ πάντως τοῖς πόρνοις τοῦ κόσμου τούτου ἢ τοῖς πλεονέκταις ἢ ἅρπαξιν ἢ εἰδωλαλάτραις· ἐπεὶ ὀφείλετε ἄρα ἐκ τοῦ κόσμου ἐξελθεῖν·
Καὶ δὲν σᾶς ἔγραψα νὰ μὴ συναναστρέφεσθε γενικῶς τοὺς πόρνους τοῦ κόσμου αὐτοῦ τοῦ ἀπίστου ἢ τοὺς πλεονέκτας ἢ τοὺς ἅρπαγας ἢ τοὺς εἰδωλολάτρας. Διότι, ἐὰν σᾶς ἔγραφα κάτι τέτοιο, εἶσθε φυσικὰ ἀναγκασμένοι νὰ ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὴν ὁποίαν ζῆτε.
11 νῦν δὲ ἔγραψα ὑμῖν μὴ συναμίγνυσθαι ἐάν τις ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος ᾖ πόρνος ἢ πλεονέκτης ἢ εἰδωλολάτρης ἢ λοίδορος ἢ μέθυσος ἢ ἅρπαξ, τῷ τοιούτῳ μηδὲ συνεσθίειν.
Τώρα δὲ σᾶς ἔγραψα νὰ μὴ συναναστρέφεσθε, ἐὰν κανείς, ποὺ φέρει τὸ ὄνομα μόνον τοῦ ἀδελφοῦ, εἰς τὴν πρᾶξιν ὅμως εἶναι πόρνος ἢ πλεονέκτης ἢ εἰδωλολάτρης ἢ ὑβριστὴς καὶ κακολόγος ἢ μέθυσος ἢ ἅρπαξ, μὲ τέτοιον Χριστιανὸν δὲν πρέπει οὔτε νὰ συντρώγετε.
12 τί γάρ μοι καὶ τοὺς ἔξω κρίνειν; οὐχὶ τοὺς ἔσω ὑμεῖς κρίνετε;
Δὲν σᾶς ἔγραψα διὰ τοὺς μὴ Χριστιανούς. Διότι τί δουλειὰ ἔχω ἑγὼ νὰ κρίνω καὶ τοὺς ἔξω, τοὺς μὴ Χριστιανοὺς δηλαδή; Δὲν κρίνετε καὶ σᾶς τοὺς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας; Ὅπως λοιπὸν σεῖς, ἔτσι καὶ ἑγὼ μόνον αὐτούς, ποὺ εἶναι μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἔχω καθῆκον καὶ ἐνδιαφέρον νὰ κρίνω.
13 τοὺς δὲ ἔξω ὁ Θεὸς κρίνει. καὶ ἐξαρεῖτε τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.
Τοὺς δὲ ἀπίστους τοὺς κρίνει ὁ Θεός. Καὶ σεῖς ἔχετε καθῆκον νὰ ἀπομακρύνετε ὁλοτελῶς ἀπὸ τὸν κύκλον σας κάθε πονηρὸν καὶ ἀδιόρθωτον ἀδελφόν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα