ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΟΥΤΩΣ ἡμᾶς λογιζέσθω ἄνθρωπος, ὡς ὑπηρέτας Χριστοῦ καὶ οἰκονόμους μυστηρίων Θεοῦ.
Μὴ μᾶς θεωρῆτε λοιπὸν ἀρχηγούς. Ἀλλ’ ἔτσι ἂς μᾶς θεωρῇ ὁ καθενὰς σᾶς, ὡς ὑπηρέτας δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι ὡς οἰκοδεσπότας, ἀλλ’ ὡς διαχειριστὰς τῶν οὐρανίων καὶ ἀγνώστων ἀληθειῶν, τὰς ὁποίας μᾶς ἀπεκάλυψεν ὁ Θεός.
2 ὃ δὲ λοιπὸν ζητεῖται ἐν τοῖς οἰκονόμοις, ἵνα πιστός τις εὑρεθῇ.
Ἐκεῖνο δέ, ποὺ ὑπολείπεται νὰ ζητῆται ἀπὸ τοὺς διαχειριστὰς καὶ οἰκονόμους, εἶναι τοῦτο, νὰ εὑρεθῇ ὁ κάθε οἰκονόμος πιστὸς καὶ τίμιος εἰς τὴν διαχείρισίν του.
3 ἐμοὶ δὲ εἰς ἐλάχιστόν ἐστιν ἵνα ὑφ᾿ ὑμῶν ἀνακριθῶ ἢ ὑπὸ ἀνθρωπίνης ἡμέρας· ἀλλ᾿ οὐδὲ ἐμαυτὸν ἀνακρίνω·
Εἶμαι λοιπὸν καὶ ἐγὼ ὑπεύθυνος καὶ ὑπόλογος ἐνώπιον ἐκείνου, ποὺ μοῦ ἀνέθεσε τὴν οἰκονομίαν αὐτήν. Δι’ αὐτὸ πολὺ ὀλίγον λογαριάζω τὸ νὰ κριθῶ ἀπὸ σᾶς ἢ ἀπὸ ἀνθρώπινον δικαστήριον, ποὺ εἶναι πρόσκαιρον καὶ αἱ ἀποφάσεις του δι’ ὀλίγον καιρὸν ἰσχύουν. Ἀλλ’ οὔτε καὶ ἑμὲ τὸν ἴδιον θεωρῶ ὡς ἁρμόδιον διὰ νὰ κρίνω τὸν ἑαυτόν μου.
4 οὐδὲν γὰρ ἑμαυτῷ σύνοιδα· ἀλλ᾿ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι· ὁ δὲ ἀνακρίνων με Κύριός ἐστιν.
Καὶ δὲν θεωρῶ οὔτε τὸν ἑαυτόν μου ἁρμόδιον διὰ νὰ βγάλω ἀπόφασιν περὶ τῆς διαχειρίσεώς μου ὡς οἰκονόμου τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν μοῦ μαρτυρεῖ μὲν ἡ συνείδησις καμμίαν ἐνοχήν, ἀλλὰ δὲν φθάνει αὐτὸ διὰ νὰ εἶμαι δικαιωμένος. Ὁ μόνος δὲ ἁρμόδιος διὰ νὰ κρίνῃ, ἐὰν πράγματι ὑπῆρξα καλὸς οἰκονόμος, εἶναι ὁ Κύριος.
5 ὥστε μὴ πρὸ καιροῦ τι κρίνετε, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὃς καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν, καὶ τότε ὁ ἔπαινος γενήσεται ἑκάστῳ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ.
Ὥστε μὴ λέγετε ὁ Παῦλος ἢ ὁ Ἀπολλὼς ἢ ὁ Πέτρος εἶναι ὁ καλύτερος. Μὴ κάνετε δηλαδὴ καμμίαν κρίσιν πρὸ τοῦ ὡρισμένου καιροῦ, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος θὰ ρίψῃ πλῆρες φῶς εἰς αὐτά, ποὺ τώρα εἶναι κρυμμένα εἰς τὸ σκότος καὶ θὰ φανερώσῃ τὰς ἐσωτερικὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις τῶν καρδιῶν. Καὶ τότε τὸν ἔπαινον εἰς τὸν καθένα θὰ τὸν ἀποδώσῃ ὄχι ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὁ Θεός.
6 Ταῦτα δέ, ἀδελφοί, μετεσχημάτισα εἰς ἐμαυτὸν καὶ Ἀπολλὼ δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἐν ἡμῖν μάθητε τὸ μὴ ὑπὲρ ὃ γέγραπται φρονεῖν, ἵνα μὴ εἷς ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς φυσιοῦσθε κατὰ τοῦ ἑτέρου.
Αὐτὰ δέ, ποὺ σᾶς εἶπα, ἀδελφοί, τὰ μετέτρεψα ὥστε νὰ ἐφαρμόζουν εἰς τὸν ἑαυτόν μου καὶ εἰς τὸν Ἀπολλὼ πρὸς ὠφέλειαν ἰδικήν σας· διὰ νὰ μάθετε μὲ τὸ παράδειγμά μας νὰ μὴ σχηματίζετε διὰ τὸν ἑαυτόν σας φρόνημα παραπάνω ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι γραμμένον καὶ μᾶς παραγγέλλει ἡ Γραφή, διὰ νὰ μὴ φουσκώνετε καὶ ὑπερηφανεύεσθε ὁ ἕνας μαθητής, ἐπειδὴ ἔχει ἀρχηγὸν καὶ διδάσκαλον αὐτὸν τὸν ἕνα κατὰ τοῦ ἄλλου μαθητοῦ, ποὺ ἔχει ἀρχηγὸν καὶ διδάσκαλον τὸν ἄλλον.
7 τίς γάρ σε διακρίνει; τί δὲ ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών;
Οὔτε οἱ μαθηταὶ ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερηφανεύωνται, οὔτε οἱ διδάσκαλοι. Διότι καὶ σὲ τὸν διδάσκαλον, ποῖος σὲ θεωρεῖ καλύτερον καὶ ὑπεροχώτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Ἄνθρωπος, ὄχι ὅμως ὁ Θεός. Ποῖον δὲ χάρισμα ἔχεις, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβες ἀπὸ τὸν Θεόν; Ὅλα ἀπὸ τὸν Θεόν τὰ ἔχεις. Ἐὰν δὲ κάθε τι ποὺ ἔχεις, τὸ ἔλαβες ἀπὸ τὸν Θεόν, διατὶ καυχᾶσαι σὰν νὰ μὴ ἔλαβες τίποτε;
8 ἤδη κεκορεσμένοι ἐστέ, ἤδη ἐπλουτήσατε, χωρὶς ἡμῶν ἐβασιλεύσατε· καὶ ὄφελόν γε ἐβασιλεύσατε, ἵνα καὶ ἡμεῖς ὑμῖν συμβασιλεύσωμεν.
Τώρα δὰ πλέον εἶσθε χορτάτοι! Τώρα ἐγίνατε πλούσιοι ἀπὸ πνευματικοὺς θησαυρούς! Χωρὶς νὰ ἔχετε μαζί σας καὶ ἡμᾶς τοὺς διδασκάλους σας, κατεκτήσατε μόνοι σας τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν! Καὶ εἴθε νὰ ἐβασιλεύατε, διὰ νὰ βασιλεύσωμεν καὶ ἡμεῖς μαζί σας.
9 δοκῶ γάρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις.
Κάθε ἄλλο ὅμως παρὰ βασιλείαν ἀπολαμβάνομεν ἡμείς οἱ Ἀπόστολοι. Διότι νομίζω, ὅτι ὁ Θεὸς ἠμᾶς τοὺς Ἀποστόλους ἔδειξε δημοσίᾳ καὶ εἰς τὰ μάτια ὅλων τελευταίους, σὰν καταδίκους, ποὺ πρόκειται νὰ θανατωθοῦν. Διότι ἐγίναμεν θέαμα εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ εἰς τοὺς ἀγγέλους, καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, θαυμαζόμενοι μὲν ἀπὸ τοὺς ἀγαθούς, περιφρονούμενοι δὲ καὶ χλευαζόμενοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους.
10 ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι.
Ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι θεωρούμεθα ἀπὸ τοὺς ἀπίστους βλάκες καὶ ἀνόητοι διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Σεῖς ὅμως εἶσθε φρόνιμοι κατὰ Χριστόν. Ἠμεῖς εἴμεθα ἀσθενεῖς καὶ καταδιωκόμεθα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους σεῖς ὅμως εἶσθε ἰσχυροί, διότι δὲν σᾶς εὗρε κανένας πειρασμός. Σεῖς εἶσθε ἔνδοξοι, ἠμεῖς δὲ εἴμεθα ἄτιμοι καὶ περιφρονημένοι.
11 ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν
Μέχρι τῆς ὥρας αὐτῆς, ποὺ σᾶς γράφω, καὶ πεινῶμεν καὶ ὑποφέρομεν ἀπὸ δίψαν εἰς τὰς περιοδείας μας καὶ δὲν ἔχομεν ἀρκετὰ ρούχα, ὅταν εἰς τὸ μέσον τῶν ταξιδίων μας καταλαμβανώμεθα ἔξαφνα ἀπὸ χειμῶνα, καὶ δεχόμεθα κτυπήματα καὶ κακομεταχειρίσεις καὶ δὲν καταστεκόμεθα πουθενά, ἀλλὰ διαρκῶς φεύγομεν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ.
12 καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα,
Καὶ κοπιάζομεν ἐργαζόμενοι μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια. Τὴν ὥραν ποὺ οἱ ἀπιστοῦντες εἰς τὸ εὐαγγέλιον μᾶς ὑβρίζουν καὶ μᾶς περιγελοῦν, ἠμεῖς εὐχόμεθα ἀγαθὰ ὑπὲρ αὐτῶν. Ἐνῶ μᾶς καταδιώκουν, δεικνύομεν ἀνοχὴν πρὸς τοὺς διώκτας μας.
13 βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι.
Ἐνῶ μᾶς δυσφημοῦν καὶ μᾶς συκοφαντοῦν, ἀπαντῶμεν μὲ λόγους γλυκεῖς καὶ παρακλητικούς. Σὰν καθάρματα καὶ ἀποσαρώματα τοῦ κόσμου ἐγίναμεν, ἀποσπόγγισμα ἀκάθαρτον εἰς τὰ μάτια ὅλων ἕως τὴν στιγμὴν αὐτήν.
14 Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ.
Δὲν θέλωμε αὐτὰ ποὺ γράφω νὰ σᾶς ντροπιάσω, ἀλλὰ σὰν παιδιά μου ἀγαπητὰ σᾶς συμβουλεύω.
15 ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα.
Ναί· σᾶς συμβουλεύω μὲ πατρικὴν λαχτάραν καὶ στοργήν. Διότι, ἐὰν ἔχετε πάρα πολλοὺς παιδαγωγοὺς καὶ διδασκάλους κατὰ Χριστόν, δὲν ἔχετε ὅμως πολλοὺς πατέρας. Ἕνα καὶ μόνον ἔχετε πνευματικὸν πατέρα, ἐμέ. Διότι μὲ τὴν χάριν, ποὺ μοῦ ἔδωκεν ἡ κοινωνία καὶ ἡ σχέσις μου μὲ τὸν Χριστόν, διὰ μέσου τοῦ Εὐαγγελίου ἐγὼ σᾶς ἐγέννησα πνευματικῶς.
16 παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε.
Ἀφοῦ λοιπὸν εἶμαι πατέρας σας, σᾶς παρακαλῶ γίνεσθε μιμητοί μου.
17 Διὰ τοῦτο ἔπεμψα ὑμῖν Τιμόθεον, ὅς ἐστι τέκνον μου ἀγαπητὸν καὶ πιστὸν ἐν Κυρίῳ, ὃς ὑμᾶς ἀναμνήσει τὰς ὁδούς μου τὰς ἐν Χριστῷ, καθὼς πανταχοῦ ἐν πάσῃ ἐκκλησίᾳ διδάσκω.
Ἐπειδὴ δὲ ἐπιθυμῶ νὰ μὲ μιμηθῆτε, δι’ αύτὸ σᾶς ἔστειλα τὸν Τιμόθεον, ὁ ὁποῖος εἶναι τέκνον μου ἀγαπητὸν καὶ πιστὸν ἐν Κυρίῳ, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς ὑπενθυμίσῃ μὲ ποῖον τρόπον κηρύττω καὶ συμπεριφέρομαι ὡς ἀφωσιωμένος εἰς τὸν Χριστὸν Ἀπόστολος, καὶ πῶς διδάσκω ὄχι εἰς μίαν ἢ εἰς δύο Ἐκκλησίας, ἀλλ’ εἰς κάθε μέρος καὶ εἰς κάθε Ἐκκλησίαν.
18 Ὡς μὴ ἐρχομένου δέ μου πρὸς ὑμᾶς ἐφυσιώθησάν τινες·
Μερικοὶ ὅμως ἀπὸ σᾶς τὸ ἐπῆραν ἐπάνω τούς, σὰν νὰ μὴ ἐπρόκειτο πλέον ἐγώ νὰ ἔλθω πρὸς σᾶς.
19 ἐλεύσομαι δὲ ταχέως πρὸς ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ γνώσομαι οὐ τὸν λόγον τῶν πεφυσιωμένων, ἀλλὰ τὴν δύναμιν·
Ἄλλὰ θὰ ἔλθω πρὸς σᾶς γρήγορα, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ καὶ δὲν μοῦ παρουσωσθῇ ἐμπόδιον. Καὶ θὰ γνωρίσω τότε ὄχι τὴν εὐγλωττίαν τῶν φαντασμένων αὐτῶν, ἀλλὰ τὴν ἀπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δύναμίν τους εἰς τὸ νὰ σώζουν ψυχάς.
20 οὐ γὰρ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει.
Διότι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν στερεώνεται εἰς τὰς ψυχὰς τῶν πιστῶν μὲ εὐγλωττίαν, ἀλλὰ μὲ θείαν δύναμιν ποὺ ἑλκύει καὶ οἰκοδομεῖ τὰς καρδίας εἰς Χριστόν.
21 τί θέλετε; ἐν ράβδῳ ἔλθω πρὸς ὑμᾶς, ἢ ἐν ἀγάπῃ πνεύματί τε πρᾳότητος;
Τί προτιμᾶτε; Νὰ ἔλθω πρὸς σᾶς μὲ τὴν ράβδον τῶν ἐπιπλήξεων καὶ ἐλέγχων, ἢ νὰ ἔλθω μὲ ἀγάπην καὶ μὲ τὴν ἐπιείκειαν καὶ γλυκύτητα ἐκείνην, ποὺ χαρίζει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα; Δι’ αὐτὸ προλαμβάνω τώρα καὶ σᾶς κάνω μερικοὺς ἐλέγχους διὰ νὰ διορθώσετε κάποιας ἀταξίας, διὰ τὰς ὁποίας ἔρχομαι νὰ σᾶς ὁμιλήσω.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα