ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐγώ, ἀδελφοί, οὐκ ἠδυνήθην ὑμῖν λαλῆσαι ὡς πνευματικοῖς, ἀλλ᾿ ὡς σαρκικοῖς, ὡς νηπίοις ἐν Χριστῷ.
Καὶ ἐγώ, ἀδελφοί, ἀφοῦ τὰ πνευματικὰ μόνον πνευματικοὶ τὰ καταλαβαίνουν, δὲν ἠμπόρεσα νὰ σᾶς ὁμιλήσω, ὅπως θὰ ὡμίλουν εἰς Χριστιανοὺς πνευματικοὺς καὶ προωδευμένους, ἀλλὰ σᾶς ὡμίλησα ὡς πρὸς ἀνθρώπους, ποὺ εὑρίσκονται άκήμη εἰς τὴν φυσικήν τους κατάστασιν καὶ δὲν ἀφῆκαν τελείως τὰ σαρκικὰ φρονήματα. Ὡμίλησα σὲ σᾶς ὡς πρὸς νηπίους καὶ ἀρχαρίους κατὰ Χριστόν.
2 γάλα ὑμᾶς ἐπότισα καὶ οὐ βρῶμα. οὔπω γὰρ ἠδύνασθε. ἀλλ᾿ οὔτε ἔτι νῦν δύνασθε· ἔτι γὰρ σαρκικοί ἐστε.
Σᾶς ἐπότισα μὲ γάλα. Σᾶς ἐδίδαξα δηλαδὴ τὰς στοιχειώδεις χριστιανικὰς ἀληθείας. Καὶ δὲν σᾶς ἔθρεψα μὲ στερεὰν τροφήν. Διότι δὲν εἴχατε τότε ἀρκετὴν πνευματικὴν δύναμιν. Ἀλλ’ οὔτε καὶ τώρα ἔχετε ἀρκετὴν δύναμιν. Διότι ἔχετε ἀκόμη σαρκικὰ φρονήματα.
3 ὅπου γὰρ ἐν ὑμῖν ζῆλος καὶ ἔρις καὶ διχοστασίαι, οὐχὶ σαρκικοί ἐστε καὶ κατὰ ἄνθρωπον περιπατεῖτε;
Διότι σᾶς ἐρωτῶ· ἐφ’ ὅσον μεταξύ σας ὑπάρχουν φθόνος καὶ φιλονεικία καὶ διαιρέσεις, δὲν εἶσθε ἄνθρωποι κυριευμένοι ἀπὸ σαρκικὰ ἐλατήρια καὶ πάθη καὶ δὲν συμπεριφέρεσθε μὲ διαγωγὴν ἀνθρώπου κοινοῦ καὶ μὴ ἀναγεννημένου;
4 ὅταν γὰρ λέγῃ τις, ἐγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἕτερος δὲ ἐγὼ Ἀπολλώ, οὐχὶ σαρκικοί ἐστε;
Ὅταν δηλαδὴ ὁ ἕνας λέγῃ, ἐγὼ εἶμαι τοῦ Παύλου, ὁ ἄλλος δὲ λέγῃ, ἐγὼ εἶμαι τοῦ Ἀπολλώ, δὲν εἶσθε ἄνθρωποι σαρκικοί;
5 Τίς οὖν ἐστι Παῦλος, τίς δὲ Ἀπολλὼς ἀλλ᾿ ἢ διάκονοι δι᾿ ὧν ἐπιστεύσατε, καὶ ἑκάστῳ ὡς ὁ Κύριος ἔδωκεν;
Τί εἶναι λοιπὸν ὁ Παῦλος, τί δὲ ἄλλο εἶναι ὁ Ἀπολλὼς παρὰ ὑπηρέται καὶ ὄργανα τοῦ Θεοῦ, διὰ τῶν ὁποίων ὠδηγήθητε εἰς τὴν πίστιν καὶ ὑπηρετεῖ ὁ καθένας ἀναλόγως τῶν χαρισμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ Κύριος τοῦ ἔδωκεν;
6 ἐγὼ ἐφύτευσα, Ἀπολλὼς ἐπότισεν, ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς ηὔξανεν·
Ἑγὼ ὁ Παῦλος ἐφύτευσα εἰς σᾶς μὲ τὸ κήρυγμά μου τὴν πίστιν, ὁ Ἀπολλὼς ἐπότισε τὴν νεοφυτευμένην πίστιν σας, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ἔδιδεν αὔξησιν εἰς αὐτήν. Χωρὶς ὅμως τὴν αὔξησιν αὐτὴν ἡ σπορὰ οὔτε θὰ ἐφύτρωνεν, οὔτε θὰ ἐρριζοβολοῦσεν, οὔτε θὰ ἐκαρποφόρει.
7 ὥστε οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ᾿ ὁ αὐξάνων Θεός.
Ὥστε οὔτε ἐκεῖνος ποὺ φυτεύει ἀξίζει τίποτε, οὔτε ἐκεῖνος ποὺ ποτίζει, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ποὺ δίδει τὴν αὔξησιν. Αὐτὸς καὶ μόνος εἶναι τὸ πᾶν.
8 ὁ φυτεύων δὲ καὶ ὁ ποτίζων ἕν εἰσιν· ἕκαστος δὲ τὸν ἴδιον μισθὸν λήψεται κατὰ τὸν ἴδιον κόπον.
Ἐκεῖνος δὲ ποὺ φυτεύει καὶ ἐκεῖνος ποὺ ποτίζει εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό· δηλαδὴ ὑπηρέται τοῦ αὐτοῦ Κυρίου εἰς τὸ αὐτὸ ἔργον ἐργαζόμενοι· θὰ λάβῃ ὅμως ὁ καθένας των τὸν μισθόν, ποὺ τοῦ ἀνήκει ἀναλόγως τοῦ κόπου των.
9 Θεοῦ γάρ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε.
Εἴμεθα καὶ οἰ δύο ἕνα, διότι καὶ ἐκεῖνοι ποὺ φυτεύουν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ποτίζουν εἴμεθα συνεργάται τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ἔργον του, ποὺ ἀποβλέπει εἰς τὴν σωτηρίαν σας. Εἶσθε ἀγρός, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὸν Θεόν καὶ καλλιεργεῖται ἀπὸ αὐτόν. Εἶσθε οἰκοδομὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ κτίζεται ἀπὸ αὐτὸν μὲ ὄργανά του καὶ κτίστας τοῦ ἠμᾶς.
10 Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα, ἄλλος δὲ ἐποικοδομεῖ· ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποκοδομεῖ·
Σύμφωνα μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ποὺ μοῦ ἐδόθη διὰ να θεμελιώνω Ἐκκλησίας μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, σὰν ἔμπειρος ἀρχιμάστορας ἔχω θέσει θεμέλιον στερεόν, ἄλλος δὲ συνεχίζει ἐπ’ αὐτοῦ τὸ κτίσιμον. Ἀλλ’ ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς κτίστας ἄς προσέχῃ, πῶς οἰκοδομεῖ ἐπάνω εἰς τὸ θεμέλιον.
11 θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός.
Δὲν ἔχει πλέον αὐτὸς δουλειὰ μὲ τὸ θεμέλιον. Διότι κανένας δὲν ἠμπορεῖ νὰ βάλῃ ἄλλον θεμέλιον λίθον ἐκτὸς ἐκείνου, ποὺ εὑρίσκεται τώρα ἀμετακίνητος καὶ ἄσειστος εἰς τὴν βάσιν τῆς οἰκοδομῆς. Καὶ ὁ θεμέλιος αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰησοϋς Χριστός.
12 εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην,
Ἑγὼ λοιπὸν ἐθεμελίωσα καλά. Ἐὰν ὅμὼς κανεὶς κτίζῃ ἐπάνω εἰς τὸν θεμέλιον αὐτὸν κτίσιμον πολύτιμον σὰν τὸν χρυσὸν ἢ τὸν ἄργυρον ἢ τοὺς πολυτίμους λίθους ἢ κτίσιμον σανιδένιο ἢ ἀχυρένιο ἢ καλαμένιο,
13 ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει.
τοῦ καθενὸς κτίστου τὸ ἔργον θὰ γίνῃ φανερόν. Διότι ἡ ἡμέρα τῆς Κρίσεως θὰ τὸ ξεσκεπάσῃ καὶ θὰ τὸ φανέρωσῃ. Καὶ θὰ τὸ ξεσκεπάσῃ, διότι ἡ ἡμέρα ἐκείνη θὰ ἀποκαλυφθῇ συντροφευμένη μὲ τὴν δραστικὴν σὰν τὴν φωτιὰν ἐνέργειαν τῆς θείας δικαιοσύνης. Καὶ τοῦ καθενὸς τὸ ἕργον σὰν τί νὰ εἶναι θὰ ζυγίσῃ ἐπακριβῶς ὁ Θεὸς καὶ θὰ φανερώσῃ τὴν πραγματικήν του ἀξίαν σὰν ἄλλο πῦρ, ποὺ κατακαίει κάθε εὔφλεκτον ὑλικόν.
14 εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται·
Ἐὰν τὸ ἔργον κάποιου, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἔκτισεν ἐπάνω εἰς τὸν αἰώνιον θεμέλιον, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, θὰ μένῃ καὶ δὲν θὰ καίεται ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς θείας κρίσεως, αὐτὸς θὰ λάβῃ μισθόν.
15 εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός.
Ἐὰν τὸ ἔργον κάποιου ἄλλου κατακαῇ καὶ δὲν ἀνθέξῃ εἰς τὸ πῦρ τῆς θείας κρίσεως, αὐτὸς θὰ ζημιωθῇ, διότι οἰ κόποι του δὲν θὰ ἀνταμειφθοῦν. Αὐτὸς ὅμως θὰ σωθῇ μόλις καὶ μετὰ βίας· θὰ σωθῇ δηλαδὴ σὰν ἐκεῖνον, ποὺ περνᾷ μέσα ἀπὸ τὰς φλόγας τοῦ πυρὸς καὶ διατρέχει κίνδυνον μέγαν. Ἔτσι καὶ αὐτὸς θὰ σωθῇ, ἐὰν τελικῶς ἀνθέξη εἰς τὸ πῦρ τῆς θείας κρίσεως.
16 Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;
Εἶπα ἀρκετὰ διὰ τοὺς κτίστας. Ἂς ἔλθω τώρα καὶ εἰς ἐκείνους, ποὺ ἀντὶ νὰ κτίζουν καταστρέφουν τὴν οἰκοδομήν. Δὲν γνωρίζετε ἀπὸ τὴν πεῖραν τῆς χριστιανικῆς ζωῆς σας, ὅτι εἶσθε ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ μέσα σας;
17 εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς.
Ἐὰν λοιπὸν κανεὶς μὲ τὴν πλανεμένην διδασκαλίαν του καὶ τοὺς φατριασμούς του καταστρέφῃ τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, θὰ καταστρέψῃ τοῦτον ὁ Θεὸς. Θὰ τὸν καταστρέψῃ δὲ, διότι ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἅγιος. Εἶναι ἀφιερωμένος εἰς αὐτὸν καὶ εἶναι ἰδικόν του κτῆμα. Εἶναι ἱερὸς καὶ ἀπαραβίαστος. Τέτοιος δὲ ναός τοῦ Θεοῦ ἅγιος ναός, εἶσθε σεῖς.
18 Μηδεὶς ἑαυτὸν ἐξαπατάτω· εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι ἐν ὑμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός.
Ἂς μὴ ἐξαπατᾷ κανεὶς τὸν ἑαυτόν του νομίζων, ὅτι δὲν θὰ τὸν φθείρῃ ὁ Θεός, ὅταν αὐτὸς φθείρῃ τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ σχίσματά του. Καὶ ἐπειδὴ τὰ κόμματα αὐτὰ γίνονται ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἑνὸς εἶναι σοφώτερος ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἄλλου, σᾶς προσθέτω, ὅτι ἐὰν κανεὶς νομίζῃ, ὅτι εἶναι σοφὸς μεταξύ σας, ἐπειδὴ ἔχει τὴν σοφίαν τοῦ μακρὰν ἀπὸ τὸν Θεὸν κόσμου, αὐτὸς ἂς γίνῃ μωρὸς ἐγκολπούμενος τὸ κήρυγμα, ποὺ ὁ κόσμος τὸ θεωρεῖ κουταμάραν καὶ ἂς παύσῃ νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν σοφίαν του καὶ εἰς τὴν κρίσιν του, διὰ νὰ γίνῃ πραγματικὰ σοφός.
19 ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι. γέγραπται γάρ· ὁ δρασσόμενος τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν.
Διότι ἡ σοφία τοῦ κόσμου τούτου εἶναι κουταμάρα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπ’ ἐκεῖνο, ποὺ ἔχει γραφῆ εἰς τὸ θεόπνευστον βιβλίον τοῦ Ἰώβ· Ὁ Θεὸς πιάνει σφικτοδεμένους αὐτούς, ποὺ κάνουν τὸν σοφόν, καὶ τοὺς ἐξευτελίζει μὲ τὴν ἴδια τους τὴν σοφιστικὴν ἐξυπνάδα καὶ δεξιότητα.
20 καὶ πάλιν· Κύριος γινώσκει τοὺς διαλογισμοὺς τῶν σοφῶν, ὅτι εἰσὶ μάταιοι.
Καὶ πάλιν εἰς τοὺς ψαλμοὺς ἔχει γραφῆ· Ὁ Κύριος γνωρίζει καλὰ τὰς σκέψεις καὶ τοὺς συλλογισμοὺς τῶν σοφῶν, ὅτι εἶναι μάταιοι καὶ δὲν φέρουν καμμίαν πραγματικὴν ὠφέλειαν.
21 ὥστε μηδεὶς καυχάσθω ἐν ἀνθρώποις· πάντα γὰρ ὑμῶν ἐστιν,
Ὥστε ἂς μὴ καυχᾶται κανείς, διότι ἀνήκει εἰς ἀνθρώπους καὶ ἔχει ὡς ἀρχηγόν του καὶ διδάσκαλόν του τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπον. Διότι ὅλα εἶναι ἰδικά σας.
22 εἴτε Παῦλος εἴτε Ἀπολλὼς εἴτε Κηφᾶς εἴτε κόσμος εἴτε ζωὴ εἴτε θάνατος εἴτε ἐνεστῶτα εἴτε μέλλοντα, πάντα ὑμῶν ἐστιν,
Εἶτε ὁ Παῦλος, εἴτε ὁ Ἀπολλώς, εἴτε ὁ Κηφᾶς, εἴτε ὁλόκληρος ὁ κόσμος, εἴτε ἡ ζωή, εἴτε ὁ θάνατος, εἴτε ὅσα ὑπάρχουν τώρα, εἴτε ὅσα θὰ εἶναι εἰς τὸ μέλλον, ὅλα εἶναι ἰδικά σας καὶ ὑπηρετοῦν εἰς τὴν σωτηρίαν σας.
23 ὑμεῖς δὲ Χριστοῦ, Χριστὸς δὲ Θεοῦ.
Σεῖς δὲ δὲν εἶσθε οὔτε τοῦ Παύλου, οὔτε τοῦ Ἀπολλώ, ἀλλ’ ἀνήκετε εἰς τὸν Χριστόν, ὁ δὲ Χριστὸς εἶναι τοῦ Θεοῦ γνήσιος Υἱός.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα