ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΚΑΓΩ ἐλθὼν πρὸς ὑμᾶς ἀδελφοί, ἦλθον οὐ καθ᾿ ὑπεροχὴν λόγου ἢ σοφίας καταγγέλλων ὑμῖν τὸ μαρτύριον τοῦ Θεοῦ.
Ναί· τὰ μωρὰ ἐξέλεξεν ὁ Θεὸς διὰ νὰ καταντροπιάσῃ τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου. Καὶ ἑγώ, ἀδελφοί, ὅταν ἦλθα εἰς σᾶς, ἦλθα νὰ σᾶς διακηρύξω τὴν μαρτυρίαν ἐκείνων, ποὺ ἔκαμεν ὁ Θεὸς διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι μὲ ὑπεροχὴν λόγου ἢ δεξιότητος συλλογισμῶν καὶ ἐπιχειρημάτων.
2 οὐ γὰρ ἔκρινα τοῦ εἰδέναι τι ἐν ὑμῖν εἰ μὴ Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον.
Καὶ δὲν σᾶς ἔδειξα ὑπεροχὴν λόγου, διότι δὲν ἐθεώρησα ἐπιτετραμμένον νὰ γνωρίζω τίποτε ἄλλο μεταξύ σας, παρὰ μόνον τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τοῦτον ὄχι ὡς βασιλέα ἔνδοξον, ἀλλ’ ἐσταυρωμένον.
3 καὶ ἐγὼ ἐν ἀσθενείᾳ καὶ ἐν φόβῳ καὶ ἐν τρόμῳ πολλῷ ἐγενόμην πρὸς ὑμᾶς,
Καὶ ἐγὼ ἦλθα πρὸς σᾶς χωρὶς νὰ ἔχω καμμίαν κοσμικὴν δύναμιν ἢ προστασίαν, ἀλλὰ μὲ φόβον καὶ τρόμον πολύν, μήπως δὲν ἐπιτύχῃ μεταξύ σας τὸ ἀποστολικόν μου ἔργον.
4 καὶ ὁ λόγος μου καὶ τὸ κήρυγμά μου οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ᾿ ἐν ἀποδείξει Πνεύματος καὶ δυνάμεως,
Καὶ ὁ λόγος μου καὶ τὸ κήρυγμά μου δὲν ἔγινε μὲ πιθανοὺς καὶ συναρπαστικοὺς λόγους ἀνθρωπίνης σοφίας, ἀλλ’ ἔγινε μὲ ἀπόδειξιν Πνεύματος τὸ ὁποῖον ἔπειθε τὰς ψυχὰς τῶν ἀκροατῶν, καὶ μὲ ἀπόδειξιν θείας δυνάμεως, ἡ ὁποία μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ καὶ θαυμαστὰ ἔργα της ἐπεβεβαίωνε τὴν διδασκαλίαν μου.
5 ἵνα ἡ πίστις ὑμῶν μὴ ᾖ ἐν σοφίᾳ ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει Θεοῦ.
Τοῦτο δὲ ἔγινε διὰ νὰ μὴ στηρίζεται ἡ πίστις σας ἐπάνω εἰς τὴν ἀσταθῆ σοφίαν τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ ἐπάνω εἰς τὴν ἀκλόνητον δύναμιν τοῦ Θεοῦ.
6 Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων·
Μεταξὺ ὅμως τῶν πνευματικῶς ὡρίμων καὶ προωδευμένων διδάσκομεν καὶ σοφίαν· ἀλλ’ ὄχι τὴν σοφίαν τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔχουν τὰ φρονήματα τῆς ἁμαρτωλῆς αὐτῆς ἐποχῆς, οὔτε τὴν σοφίαν τῶν ἀρχόντων τοῦ κόσμου αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν προσωρινὴν ἐξουσίαν καὶ θὰ ἐκμηδενισθῇ μίαν ἡμέραν ἡ δύναμίς των.
7 ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν Θεοῦ ἐν μυστηρίῳ, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἡμῶν,
Ἀλλὰ διδάσκομεν καὶ ἀναπτύσσομεν σοφίαν, τῆς ὁποίας χορηγὸς εἶναι ὁ Θεός· σοφίαν μυστηριώδη ποὺ δὲν ἠμπορεῖ πεπερασμένος νοῦς μόνος του νὰ τὴν ἀνακαλύψῃ· σοφίαν, ἡ ὁποία καὶ τώρα ἀκόμη, ποὺ ἀπεκαλύφθη ἀπὸ τὸν Θεόν, μένει κρυμμένη εἰς τοὺς ἀφωτίστους καὶ ξένους πρὸς τὸν Χριστόν· σοφίαν τὴν ὁποίαν προτοῦ ἀκόμη δημιουργηθοῦν τὰ ἐν χρόνῳ γενόμενα κτίσματα, προαπεφάσισε καὶ προκαθώρισεν ὁ Θεὸς νὰ μᾶς τὴν ἀποκαλύψῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μᾶς δοξάσῃ δι’ αὐτῆς.
8 ἣν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν· εἰ γὰρ ἔγνωσαν, οὐκ ἂν τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν·
Τὴν σοφίαν δὲ αὐτὴν κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας τοῦ προσκαίρου τούτου κόσμου δὲν ἔχει γνωρίσει. Διότι ἐὰν τὴν εἶχον γνωρίσει, δὲν θὰ ἐκάρφωναν εἰς τὸν σταυρὸν τῆς ἀτιμίας τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος εἶναι χορηγὸς τῆς δόξης.
9 ἀλλὰ καθὼς γέγραπται, ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν.
Ἀλλὰ συνέβη σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο, ποὺ ἔχει γραφῆ ἀπὸ τὸν Ἡσαΐαν· Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μάτι δὲν εἶδε καὶ αὐτὶ δὲν ἄκουσε καὶ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν ἐφαντάσθη, τὰ ὁποῖα ἐτοιμασεν ὁ Θεὸς δι' ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν. Αὐτὰ ἦσαν τὰ μυστηριώδη καὶ κρυμμένα.
10 ἡμῖν δὲ ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ· τὸ γὰρ Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ, καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ.
Εἰς ἡμᾶς ὅμως ὁ Θεὸς ἐφανέρωσε ταῦτα μὲ τὸ Πνεῦμα του. Καὶ μόνον ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ φανέρωσις αὐτή. Διότι τὸ Πνεῦμα ἐρευνᾷ καὶ γνωρίζει ὅλα, καὶ αὐτὰ τὰ βαθύτατα καὶ μυστηριώδη ἰδιώματα καὶ σχέδια τοῦ Θεοῦ.
11 τίς γὰρ οἶδεν ἀνθρώπων τὰ τοῦ ἀνθρώπου εἰ μὴ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἐν αὐτῷ; οὕτω καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Τὸ ὅτι δὲ τὸ Πνεῦμα ἐρευνᾷ καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ, τὸ ἐννοοῦμεν καὶ ἀπὸ τὴν πεῖραν μας. Διότι, ποῖος ἄλλος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γνωρίζει τὰ ἰδιαίτερα τοῦ ἀνθρώπου παρὰ μόνον ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι μέσα του; Ἔτσι καὶ τὰ ἰδιαίτερα τοῦ Θεοῦ κανεὶς ἄλλος δὲν τὰ γνωρίζει παρὰ μόνον τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
12 ἡμεῖς δὲ οὐ τὸ Πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἵνα εἰδῶμεν τὰ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ χαρισθέντα ἡμῖν.
Ἡμᾶς δὲ δὲν ἐλάβαμεν τὸ πνεῦμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐμπνέεται ὁ ξένος πρὸς τὸν Θεόν κόσμος· ἀλλ’ ἐλάβαμεν τὸ χάρισμα τοῦ Πνεύματος, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεόν καί, τὸ ὁποῖον ἐδόθη καὶ εἰς ἡμᾶς, διὰ νὰ γνωρίσωμεν ἐκεῖνα ποὺ μᾶς ἐχαρίσθησαν ἀπὸ τὸν Θεόν.
13 ἃ καὶ λαλοῦμεν οὐκ ἐν διδακτοῖς ἀνθρωπίνοις σοφίας λόγοις, ἀλλ᾿ ἐν διδακτοῖς Πνεύματος Ἁγίου, πνευματικοῖς πνευματικὰ συγκρίνοντες.
Ταῦτα καὶ διδάσκομεν ὄχι μὲ λόγους σὰν αὐτούς, ποὺ μεταχειρίζεται εἰς τὴν διδασκαλίαν ἡ ἀνθρωπίνη σοφία, ἀλλὰ μὲ λόγους, ποὺ διδάσκονται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ ἐξηγοῦμεν καὶ κατανοοῦμεν τὰς διδασκαλίας αὐτὰς διὰ τῆς συγκρίσεως τῶν πνευματικῶν πρὸς τὰ πνευματικά.
14 ψυχικὸς δὲ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ· μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστι, καὶ οὐ δύναται γνῶναι, ὅτι πνευματικῶς ἀνακρίνεται.
Ὁ φυσικὸς δὲ καὶ μὴ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος δὲν δέχεται ἐκεῖνα, ποὺ διδάσκει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, διότι ταῦτα φαίνονται εἰς αὐτὸν κουταμάρα καὶ δὲν ἔχει τὴν πνευματικὴν δύναμιν καὶ ἀντίληψιν νὰ τὰ γνωρίσῃ, διότι ταῦτα ἐξετάζονται καὶ διακρίνονται πνευματικῶς καὶ μὲ τὸν φωτισμὸν τοῦ Πνεύματος.
15 ὁ δὲ πνευματικὸς ἀνακρίνει μὲν πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς ἀνακρίνεται.
Ὁ ἀναγεννημένος ὅμως ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ἄνθρωπος διακρίνει καὶ κατανοεῖ ὅλα, κάθε περίστασιν καὶ κάθε πρόσωπον, αὐτὸς δὲ δὲν νοιώθεται ἀπὸ κανένα μὴ ἀναγεννημένον ἄνθρωπον.
16 τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου, ὃς συμβιβάσει αὐτόν; ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν.
Καὶ δὲν νοιώθεται ὁ ἀναγεννημένος ἀπὸ τὸν φυσικὸν καὶ μὴ ἀναγεννημένον ἄνθρωπον, διότι, ποῖος ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ δὲν ἐφωτίσθησαν ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐγνώρισε τὴν σκέψιν καὶ τὰς βουλὰς τοῦ Θεοῦ; Ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς θὰ διδάξῃ καὶ θὰ διορθώσῃ τὸν Κύριον; Κανείς. Κανεὶς λοιπὸν ἀπὸ τοὺς μὴ ἀναγεννημένους δὲν ἠμπορεῖ νὰ κατανοήσῃ καὶ ἡμᾶς. Διότι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν σκέψιν καὶ τὴν διάνοιαν τοῦ Χριστοῦ.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα