ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΔΙΩΚΕΤΕ τὴν ἀγάπην· ζηλοῦτε δὲ τὰ πνευματικά, μᾶλλον δὲ ἵνα προφητεύητε.
Αφοῦ λοιπὸν τόσον πολὺ ὑπερέχει ἡ ἀγάπη, ἐπιδιώκετε μὲ ἐπιμονὴν νὰ τὴν ἀποκτήσετε. Νὰ ἐπιθυμῆτε δὲ μὲ ζῆλον τὰ πνευματικὰ χαρίσματα, περισσότερον δὲ τὴν ἔμπνευσιν τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος, διὰ νὰ διδάσκετε τοὺς πιστούς.
2 ὁ γὰρ λαλῶν γλώσσῃ οὐκ ἀνθρώποις λαλεῖ, ἀλλὰ τῷ Θεῷ· οὐδεὶς γὰρ ἀκούει, πνεύματι δὲ λαλεῖ μυστήρια·
Τὸ προφητικὸν χάρισμα εἶναι ἀνώτερον ἀπὸ τὸ χάρισμα τῶν γλωσσῶν, ποὺ πολλοὶ ἀπὸ σᾶς ζηλεύουν νὰ τὸ εἶχαν. Διότι ἐκεῖνος, ποὺ ὁμιλεῖ γλώσσας, δὲν ὁμιλεῖ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ πρὸς τὸν Θεόν. Δὲν ὁμιλεῖ δὲ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, διότι κανεὶς ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἀκούουν, δὲν καταλαβαίνει τὰ λεγόμενα, ἀλλὰ μὲ τὴν ψυχήν του, ποὺ διευθύνεται ἀπὸ τὸ χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, λαλεῖ αὐτὸς μυστηριώδεις ἀληθείας.
3 ὁ δὲ προφητεύων ἀνθρώποις λαλεῖ οἰκοδομὴν καὶ παράκλησιν καὶ παραμυθίαν.
Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ προφητεύει, λέγει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους λόγους, οἱ ὁποῖοι στηρίζουν εἰς τὴν πίστιν καὶ προτρέπουν καὶ ἐνισχύουν εἰς τὴν ἀρετὴν καὶ παρηγοροῦν εἰς τοὺς πειρασμό.
4 ὁ λαλῶν γλώσσῃ ἑαυτὸν οἰκοδομεῖ, ὁ δὲ προφητεύων ἐκκλησίαν οἰκοδομεῖ.
Ἐκεῖνος ποὺ λαλεῖ γλῶσσαν, αἰσθάνεται βέβαια τὴν ἐπενέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία θερμαίνει καὶ ἐμπνέει τὸ ἐσωτερικόν του. Ἀλλ’ ἡ ἐπενέργεια αὐτὴ οἰκοδομεῖ μόνον τὸν ἑαυτόν του. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ προφητεύει καὶ διδάσκει τὰς ἀληθείας τῆς πίστεως, οἰκοδομεῖ ὁλόκληρον σύναξιν πιστῶν.
5 θέλω δὲ πάντας ὑμᾶς λαλεῖν γλώσσαις, μᾶλλον δὲ ἵνα προφητεύητε· μείζων γὰρ ὁ προφητεύων ἢ ὁ λαλῶν γλώσσαις, ἐκτὸς εἰ μὴ διερμηνεύῃ, ἵνα ἡ ἐκκλησία οἰκοδομὴν λάβῃ.
Ἀφοῦ δὲ τὸ θέλετε σεῖς, τὸ θέλω καὶ ἐγὼ νὰ λαλῆτε ὅλοι σας γλώσσας, περισσότερον ὅμως θέλω νὰ προφητεύετε. Διότι ἀνώτερος ἐξ ἐπόψεως τῆς ὠφελείας ποὺ γίνεται εἰς τοὺς ἀδελφούς, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ προφητεύει καὶ διδάσκει, παρὰ ἐκεῖνος ποὺ λαλεῖ γλώσσας, ἐκτὸς ἐὰν ὁ ἴδιος διερμηνεύῃ καὶ ἐξηγῇ τὰ ὅσα λέγει, ὥστε ἡ σύναξις τῶν πιστῶν κατανοοῦσα τὰ λεγάμενα νὰ λάβῃ οἰκοδομὴν καὶ ὠφέλειαν.
6 νυνὶ δέ, ἀδελφοί, ἐὰν ἔλθω πρὸς ὑμᾶς γλώσσαις λαλῶν, τί ὑμᾶς ὠφελήσω, ἐὰν μὴ ὑμῖν λαλήσω ἢ ἐν ἀποκαλύψει ἢ ἐν γνώσει ἢ ἐν προφητείᾳ ἢ ἐν διδαχῇ;
Τώρα ὅμως, ἀδελφοί, ἐὰν ἔλθω πρὸς σᾶς καὶ ὁμιλῶ γλώσσας, ποὺ δὲν τὰς καταλαβαίνετε, τὶ θὰ σᾶς ὠφελήσω, ἐὰν δὲν σᾶς ὁμιλήσω ἡ μὲ ἀποκάλυψιν ἡ μὲ γνῶσιν καταληπτὴν εἰς ὅλους τοὺς πιστοὺς ἡ μὲ προφητείαν ἡ μὲ διδασκαλίαν;
7 ὅμως τὰ ἄψυχα φωνὴν διδόντα, εἴτε αὐλὸς εἴτε κιθάρα, ἐὰν διαστολὴν τοῖς φθόγγοις μὴ διδῷ, πῶς γνωσθήσεται τὸ αὐλούμενον ἢ τὸ κιθαριζόμενον;
Τὰ ἄψυχα μουσικὰ ὄργανα, καίτοι εἶναι ἄψυχα, ὅμως ὅταν βγάνουν φωνὴν καὶ παράγουν ἦχον, εἴτε αὐλὸς εἶναι τὸ ὄργανον, εἴτε κιθάρα, ἐὰν δὲν δώσουν διάκρισιν εἰς τοὺς ἤχους καὶ δὲν διαχωρίσουν τοὺς τόνους, πῶς θὰ γίνῃ ἀντιληπτὸν τὸ μουσικὸν μέλος, ποὺ παίζεται μὲ τὸν αὐλὸν ἢ μὲ τὴν κιθάραν;
8 καὶ γὰρ ἐὰν ἄδηλον φωνὴν σάλπιγξ δῷ, τίς παρασκευάσεται εἰς πόλεμον;
Διότι καὶ ἐὰν κάποια σάλπιγγα δώσῃ ἄγνωστον καὶ χωρὶς σημασίαν σάλπισμα, ποῖος θὰ παρασκευαστῇ διὰ νὰ πολεμήσῃ καὶ λάβῃ μέρος εἰς τὴν μάχην;
9 οὕτω καὶ ὑμεῖς διὰ τῆς γλώσσης ἐὰν μὴ εὔσημον λόγον δῶτε, πῶς γνωσθήσεται τὸ λαλούμενον; ἔσεσθε γὰρ εἰς ἀέρα λαλοῦντες.
Ἔτσι καὶ σεῖς μὲ τὸ χάρισμα τῆς γλώσσης, ἐὰν δὲν εἴπετε λόγον σαφῆ καὶ καταληπτόν, πῶς θὰ καταλάβουν οἱ ἄλλοι ἐκεῖνο, ποὺ λέγετε; Θὰ λέγετε χωρὶς καμμίαν ὠφέλειαν, διότι τότε θὰ ὁμιλῆτε εἰς τὸν ἀέρα καὶ θὰ ματαιοπονῆτε.
10 τοσαῦτα εἰ τύχοι γένη φωνῶν ἐστιν ἐν κόσμῳ, καὶ οὐδὲν αὐτῶν ἄφωνον·
Τόσον πολλὰ ἂν τύχῃ κανεὶς νὰ ξεύρῃ πόσα - εἴδη γλωσσῶν ὑπάρχουν εἰς τὸν κόσμον. Καὶ ἡ κάθε μία γλῶσσα ἔχει τὴν σημασίαν της καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ξεύρουν, συνεννοοῦνται μὲ αὐτήν.
11 ἐὰν οὖν μὴ εἰδῶ τὴν δύναμιν τῆς φωνῆς, ἔσομαι τῷ λαλοῦντι βάρβαρος καὶ ὁ λαλῶν ἐν ἐμοὶ βάρβαρος.
Ἐὰν λοιπὸν δὲν γνωρίζω τὴν σημασίαν τῆς γλώσσης, θὰ εἶμαι βάρβαρος δι' ἐκεῖνον, ποὺ ὁμιλεῖ τὴν ξένην γλῶσσαν, καθὼς καὶ αὐτὸς ὁ ξενόγλωσσος θὰ εἶναι δι’ ἐμὲ βάρβαρος.
12 οὕτω καὶ ὑμεῖς ἐπεὶ ζηλωταί ἐστε πνευμάτων, πρὸς τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἐκκλησίας ζητεῖτε ἵνα περισσεύητε.
Ἔτσι καὶ σεῖς, ἀφοῦ μὲ πολὺν ζῆλον ἐπιδιώκετε τὰ πνευματικὰ χαρίσματα, νὰ ζητῆτε νὰ σᾶς δώσῃ ὁ Θεὸς περίσσια ἐκεῖνα τὰ χαρίσματα ποὺ συντελοῦν εἰς τὸ νὰ οἰκοδομῆται ἡ Ἐκκλησία.
13 Διόπερ ὁ λαλῶν γλώσσῃ προσευχέσθω ἵνα διερμηνεύῃ.
Ἀκριβῶς δὲ δι’ αὐτὸ ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ χάρισμα τοῦ νὰ ὁμιλῇ γλῶσσαν, ἂς προσεύχεται νὰ τοῦ δοθῇ καὶ τὸ χάρισμα τοῦ νὰ διερμηνεύῃ τὴν γλῶσσαν.
14 ἐὰν γὰρ προσεύχωμαι γλώσσῃ, τὸ πνεῦμά μου προσεύχεται, ὁ δὲ νοῦς μου ἄκαρπός ἐστι.
Διότι, ἐὰν προσεύχωμαι μὲ τὸ χάρισμα τῆς γλώσσης, προσεύχεται μὲν ἡ ψυχή μου, ποὺ εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ Πνεύματος καὶ αἰσθάνεται τὸν ἑαυτόν της ἐνωμένον μὲ τὸ Πνεῦμα, ἀλλ’ ὁ νοῦς μου δὲν κατανοεῖ ἐκεῖνα ποὺ λέγω καὶ συνεπῶς παραμένει ἄκαρπος καὶ χωρὶς ὠφέλειαν.
15 τί οὖν ἐστι; προσεύξομαι τῷ πνεύματι, προσεύξομαι δὲ καὶ τῷ νοΐ· ψαλῶ τῷ πνεύματι, ψαλῶ δὲ καὶ τῷ νοΐ.
Ἢ λοιπὸν εἶναι τὸ ὠφελιμώτερον καὶ τὸ περισσότερον καρποφόρον; Θὰ προσευχηθῶ μὲ τὸ πνευματικὸν χάρισμα, ἀλλὰ θὰ προσευχηθῶ καὶ μὲ τὸν νοῦν, κατανοῶν καὶ ἐξηγῶν τὰ λεγόμενα. Θὰ ψάλω μὲ τὸ πνευματικὸν χάρισμα, θὰ ψάλω ὅμως καὶ μὲ τὸν νοῦν.
16 ἐπεὶ ἐὰν εὐλογήσῃς τῷ πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τὸν τόπον τοῦ ἰδιώτου πῶς ἐρεῖ τὸ ἀμὴν ἐπὶ τῇ σῇ εὐχαριστίᾳ; ἐπειδὴ τί λέγεις οὐκ οἶδε;
Καὶ πρέπει νὰ ψάλης καὶ μὲ τὸν νοῦν, μὲ λέξεις δηλαδὴ ποὺ ὅλοι τὰς ἐννοοῦν, διότι, ἐὰν δοξολογήσῃς τὸν Θεόν μὲ τὸ πνευματικὸν χάρισμα τῆς γλώσσης, ποὺ δὲν τὴν ἐννοεῖ κανείς, τότε ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὴν θέσιν τοῦ ἀκροατοῦ, πῶς θὰ εἴπῃ τὸ Ἀμὴν διὰ τὴν εὐχαριστίαν σου; Ἀσφαλῶς δὲν θὰ τὸ εἴπῃ, διότι δὲν γνωρίζει τί λέγεις.
17 σὺ μὲν γὰρ καλῶς εὐχαριστεῖς, ἀλλ᾿ ὁ ἕτερος οὐκ οἰκοδομεῖται.
Ἢ ἐμπνευσμένη εὐχαριστία σου λοιπὸν πηγαίνει χαμένη. Διότι σὺ μὲν καλὰ εὐχαριστεῖς τὸν Θεόν, ἀλλ’ ὁ ἄλλος, ἀφοῦ δὲν νοιώθει τὰ ὅσα λέγεις, δὲν οἰκοδομεῖται πνευματικῶς.
18 εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου πάντων ὑμῶν μᾶλλον γλώσσαις λαλῶν·
Εὐχαριστῶ τὸν Θεόν μου, διότι μου ἔδωκε τὸ χάρισμα τῶν γλωσσῶν καὶ ὁμιλῶ γλώσσας περισσότερον ἀπὸ ὅλους σας.
19 ἀλλ᾿ ἐν ἐκκλησίᾳ θέλω πέντε λόγους διὰ τοῦ νοός μου λαλῆσαι, ἵνα καὶ ἄλλους κατηχήσω, ἢ μυρίους λόγους ἐν γλώσσῃ.
Ἐν τούτοις εἰς τὴν σύναξιν τῶν πιστῶν προτιμῶ νὰ εἴπω πέντε λόγους, ποὺ νὰ τοὺς καταλαβαίνει ὁ νοῦς μου, διὰ νὰ διδάξω καὶ ἄλλους, παρὰ νὰ εἴπω μὲ τὸ χάρισμα τῆς γλώσσης χιλιάδας λόγους, ποὺ δὲν τοὺς νοιώθει κανείς.
20 Ἀδελφοί, μὴ παιδία γίνεσθε ταῖς φρεσίν, ἀλλὰ τῇ κακίᾳ νηπιάζετε, ταῖς δὲ φρεσὶ τέλειοι γίνεσθε.
Καὶ διὰ νὰ τελειώνω μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἀδελφοί, σᾶς προτρέπω νὰ μὴ συμπεριφέρεσθε σὰν νὰ εἶσθε ἀκόμη παιδιὰ εἰς τὸ μυαλό, ἀνίκανοι νὰ σκεφθῆτε σοβαρὰ καὶ συνετά, ἀλλὰ νὰ γίνεσθε μόνον ὡς πρὸς τὴν κακίαν ἀπονήρευτοι καὶ ἀθῷοι σὰν τὰ νήπια. Εἱς τὰ μυαλὰ ὅμως καὶ τὴν φρόνιμον καὶ συνετὴν σκέψιν φροντίζετε πάντοτε νὰ γίνεσθε τέλειοι ἄνδρες.
21 ἐν τῷ νόμῳ γέγραπται ὅτι ἐν ἑτερογλώσσοις καὶ ἐν χείλεσιν ἑτέροις λαλήσω τῷ λαῷ τούτῳ, καὶ οὐδ᾿ οὕτως εἰσακούσονταί μου λέγει Κύριος.
Σκεφθῆτε καὶ τώρα ὠριμώτερα. Εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην ἔχει γραφῆ, ὅτι μὲ ἀνθρώπους ποὺ ὁμιλοῦν ξένας γλώσσας καὶ μὲ χείλη ξένων λαῶν θὰ ὁμιλήσω πρὸς τὸν λαὸν αὐτόν, ἀλλ’ οὐδὲ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ μὲ ἀκούσουν, λέγει ὁ Κύριος.
22 ὥστε αἱ γλῶσσαι εἰς σημεῖόν εἰσιν οὐ τοῖς πιστεύουσιν, ἀλλὰ τοῖς ἀπίστοις, ἡ δὲ προφητεία οὐ τοῖς ἀπίστοις, ἀλλὰ τοῖς πιστεύουσιν.
Ὥστε αἱ ξέναι γλῶσσαι δίδονται διὰ νὰ εἶναι θαῦμα καὶ ὑπερφυσικὸν σημάδι ὄχι εἰς ἐκείνους ποὺ πιστεύουν, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀπίστους διὰ νὰ παρακινηθοῦν ἀπὸ αὐτὸ καὶ νὰ πιστεύσουν. Ἡ προφητεία ὅμως καὶ τὸ διδακτικὸν χάρισμα δίδεται ὄχι διὰ τοὺς ἀπίστους, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους ποὺ πιστεύουν, διὰ νὰ φωτισθοῦν καὶ οἰκοδομηθοῦν περισσότερον.
23 Ἐὰν οὖν συνέλθῃ ἡ ἐκκλησία ὅλη ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ πάντες γλώσσαις λαλῶσιν, εἰσέλθωσι δὲ ἰδιῶται ἢ ἄπιστοι, οὐκ ἐροῦσιν ὅτι μαίνεσθε;
Ἐὰν λοιπὸν συναθροισθῇ εἰς τὸ αὐτὸ μέρος ὁλόκληρος ἡ Ἐκκλησία τῶν πιστῶν καὶ ὅλοι ὁμιλοῦν γλώσσας, ἔμβουν δὲ μέσα ἄνθρωποι, ποὺ δὲν ξεύρουν τί εἶναι τὰ πνευματικὰ χαρίσματα, ἢ ἄνθρωποι ἄπιστοι, δὲν θὰ εἴπουν, ὅτι ἐπάθατε μανίαν καὶ εἶσθε τρελλοί;
24 ἐὰν δὲ πάντες προφητεύωσιν, εἰσέλθῃ δέ τις ἄπιστος ἢ ἰδιώτης, ἐλέγχεται ὑπὸ πάντων, ἀνακρίνεται ὑπὸ πάντων,
Ἐὰν ὅμως ὅλοι προφητεύουν, ἔμβῃ δὲ εἰς τὸν τόπον τῆς συνάξεως κάποιος ἄπιστος ἢ κάποιος ποὺ δὲν ἔχει ἰδέαν περὶ χαρισμάτων, φανερώνεται μὲ τὸ προφητικὸν χάρισμα ἀπὸ ὅλους ὅ,τι ἔχει ὁ ξένος αὐτὸς εἰς τὴν καρδίαν του, ἐξετάζεται καὶ ἐρευνᾶται ἀπὸ ὅλους τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ.
25 καὶ οὕτω τὰ κρυπτὰ τῆς καρδίας αὐτοῦ φανερὰ γίνεται· καὶ οὕτω πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον προσκυνήσει τῷ Θεῷ, ἀπαγγέλλων ὅτι ὁ Θεὸς ὄντως ἐν ὑμῖν ἐστι.
Καὶ ἔτσι τὰ ἀπόκρυφα τῆς καρδίας του γίνονται φανερά. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι, ὅτι αὐτός, ἀφοῦ πέσῃ μὲ τὸ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, θὰ προσκυνήσῃ τὸν Θεόν καὶ θὰ διακηρύττῃ δημοσίᾳ, ὅτι πραγματικῶς ὑπάρχει μεταξύ σας ὁ Θεός.
26 Τί οὖν ἐστιν, ἀδελφοί, ὅταν συνέρχησθε, ἕκαστος ὑμῶν ψαλμὸν ἔχει, διδαχὴν ἔχει, γλῶσσαν ἔχει, ἀποκάλυψιν ἔχει, ἑρμηνείαν ἔχει· πάντα πρὸς οἰκοδομὴν γινέσθω.
Σύμφωνα λοιπὸν μὲ αὐτά, ποῖον εἶναι τὸ ὠφέλιμον, ἀδελφοί; Ὅταν συναθροίζεσθε πρὸς λατρείαν καὶ κοινὴν προσευχήν, καθένας ἀπὸ σᾶς εἴτε ἔχει ἀπὸ ἔμπνευσιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ψαλμόν, εἴτε ἔχει διδασκαλίαν οἰκοδομητικήν, εἴτε ἔχει γλῶσσαν, εἴτε ἔχει κάποιαν ἀποκάλυψιν, εἴτε ἔχει χάρισμα νὰ διερμηνεύῃ τὰς γλώσσας, ὅ,τι καὶ ἐὰν ἔχῃ ὁ καθένας, ἂς γίνονται ὅλα πρὸς οἰκοδομὴν τῆς συνάξεως.
27 εἴτε γλώσσῃ τις λαλεῖ, κατὰ δύο ἢ τὸ πλεῖστον τρεῖς, καὶ ἀνὰ μέρος, καὶ εἷς διερμηνευέτω·
Εἴτε ὁμιλεῖ κανεὶς γλῶσσαν, ἂς ὁμιλοῦν ἀπὸ δύο ἢ τὸ πολὺ τρεῖς εἰς κάθε σύναξιν, καὶ κατὰ σειρὰν ὁ ἕνας κατόπιν ἀπὸ τὸν ἄλλον. Καὶ ἕνας ἂς διερμηνεύῃ τὰ ὅσα λέγει ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ χάρισμα τῆς γλώσσης.
28 ἐὰν δὲ μὴ ᾖ διερμηνευτής, σιγάτω ἐν ἐκκλησίᾳ, ἑαυτῷ δὲ λαλείτω καὶ τῷ Θεῷ.
Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ διερμηνεύς, τότε ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ χάρισμα τῆς γλώσσης, ἂς σιωπᾷ κατὰ τὴν σύναξιν. Ἂς ὁμιλῇ δὲ μὲ τὸν ἑαυτόν του καὶ μὲ τὸν Θεόν, ὥστε μόνος αὐτὸς καὶ ὁ Θεὸς νὰ ἀκούῃ.
29 προφῆται δὲ δύο ἢ τρεῖς λαλείτωσαν, καὶ οἱ ἄλλοι διακρινέτωσαν·
Προφῆται δὲ δύο ἡ τρεῖς ἂς ὁμιλοῦν εἲς κάθε σύναξιν καί οἰ ἄλλοι ἂς ἄκουουν καὶ ἂς διακρινοῦν, ἂν ὁ προφήτης εἶναι ἀληθὴς καὶ ὄχι πλανεμένος καὶ ἀγύρτης.
30 ἐὰν δὲ ἄλλῳ ἀποκαλυφθῇ καθημένῳ, ὁ πρῶτος σιγάτω.
Ἐὰν δὲ ἐν τῷ μεταξὺ γίνῃ ἀποκάλυψις εἰς ἄλλον ποὺ κάθηται, ὁ πρῶτος ἂς σιωπᾷ.
31 δύνασθε γὰρ καθ᾿ ἕνα πάντες προφητεύειν, ἵνα πάντες μανθάνωσι καὶ πάντες παρακαλῶνται·
Διότι ἠμπορεῖτε ὁ ἕνας κατόπιν τοῦ ἄλλου νὰ προφητεύετε καὶ νὰ διδάσκετε ὅλοι, διὰ νὰ μανθάνουν ὅλοι καὶ διὰ νὰ παρηγοροῦνται ὅλοι μὲ ἐκεῖνα ποὺ θὰ λέγουν οἱ περισσότεροι προφῆται.
32 καὶ πνεύματα προφητῶν προφήταις ὑποτάσσεται·
Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ σιωπᾷ ὁ ἕνας προφήτης διὰ νὰ δώσῃ τὴν θέσιν του εἰς τὸν ἄλλον. Διότι τὰ χαρίσματα τῆς προφητείας ὑποτάσσονται εἰς τοὺς προφήτας καὶ συνεπῶς οἱπροφῆται, ὅταν θέλουν, ἠμποροῦν νὰ σιωπήσουν.
33 οὐ γὰρ ἐστιν ἀκαταστασίας ὁ Θεός, ἀλλὰ εἰρήνης.
Καὶ ὑποτάσσονται τὰ χαρίσματα τῆς προφητείας, διότι ὁ Θεός, ποὺ τὰ δίδει, δὲν εἶναι Θεὸς ἀταξίας καὶ θορύβου, ἀλλὰ Θεὸς εἰρήνης.
34 Ὡς ἐν πάσαις ταῖς ἐκκλησίαις τῶν ἁγίων, αἱ γυναῖκες ὑμῶν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν· οὐ γὰρ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν. ἀλλ᾿ ὑποτάσσεσθαι, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει.
Σύμφωνα μὲ τὴν τάξιν καὶ εἰρήνην, ποὺ ἐπικρατεῖ εἰς ὅλας τὰς Ἐκκλησίας τῶν Χριστιανῶν, αἱ γυναῖκες σας εἰς τὰς συνάξεις τῶν πιστῶν ἂς σιωποῦν, διότι δὲν ἔχει ἐπιτραπῆ εἰς αὐτὰς νὰ ὁμιλοῦν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποτάσσωνται, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει εἰς τὸ βιβλίον τῆς Γενέσεως.
35 εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν· αἰσχρὸν γάρ ἐστι γυναιξὶν ἐν ἐκκλησίᾳ λαλεῖν.
Ἐὰν δὲ θέλουν νὰ μάθουν κάτι, ποὺ ἐλέχθη εἰς τὴν σύναξιν καὶ δὲν τὸ ἐκατάλαβαν, ἂς ἐρωτοῦν δι’ αὐτὸ εἰς τὸ σπίτι τοὺς ἄνδρας των. Διότι εἶναι ἀπρεπὲς καὶ ἄσχημον εἰς τὰς γυναῖκας νὰ ὁμιλοῦν εἰς τὴν σύναξιν τῶν πιστῶν.
36 ἢ ἀφ᾿ ὑμῶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθεν, ἢ εἰς ὑμᾶς μόνους κατήντησεν;
Αὐτὸ ἐπικρατεῖ καὶ εἰς τὰς ἄλλας Ἐκκλησίας. Διατὶ δὲν τὸ τηρεῖτε καὶ σεῖς; Ἢ μήπως ἡ Ἐκκλησία σας εἶναι ἡ μητέρα τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν καὶ ἀπὸ σᾶς πρωτοεβγῆκεν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ; Ἢ εἰς σᾶς μόνους ἐκατάντησε καὶ ἐμείνατε οἰ μοναδικοὶ εἰς τὴν οἰκουμένην πιστοί, ὥστε ἀπὸ σᾶς νὰ ἐξαρτᾶται ἡ τακτοποίησις τῆς Ἐκκλησίας;
37 Εἴ τις δοκεῖ προφήτης εἶναι ἢ πνευματικός, ἑπιγινωσκέτω ἃ γράφω ὑμῖν, ὅτι τοῦ Κυρίου εἰσὶν ἐντολαί·
Ἐὰν κανεὶς νομίζῃ, ὅτι εἶναι προφήτης ἢ ὅτι ἔχει χάρισμα πνευματικόν, ἂς φωτισθῇ ἀπὸ τὸ χάρισμά του καὶ ἂς καταλάβῃ καλά, ὅτι ὅσα σᾶς γράφω εἶναι ἐντολαὶ τοῦ Κυρίου.
38 εἰ δέ τις ἀγνοεῖ, ἀγνοείτω.
Ἐὰν δὲ κανεὶς ἐπιμένῃ νὰ μὴ μανθάνῃ, ἂς μένῃ εἰς τὴν ἄγνοιαν καὶ ἂς ἔχῃ αὐτὸς τὴν βαρεῖαν εὐθύνην τῆς ἀγνοίας του.
39 Ὣστε, ἀδελφοί, ζηλοῦτε τὸ προφητεύειν, καὶ τὸ λαλεῖν γλώσσαις μὴ κωλύετε·
Ὥστε, ἀδελφοί, ἐπιδιώκετε μὲ ζῆλον τὸ νὰ προφητεύετε, ἀλλὰ μὴ ἐμποδίζετε καὶ τὸ νὰ ὁμιλοῦν γλώσσας.
40 πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω.
Ὅλα ἂς γίνονται κόσμια καὶ μὲ τάξιν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα