ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΜΙΜΗΤΑΙ μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ.
Γίνεσθε μιμηταί μου, καθὼς καὶ ἑγὼ ἔγινα μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ.
2 Ἐπαινῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, ὅτι πάντα μου μέμνησθε καὶ καθὼς παρέδωκα ὑμῖν τὰς παραδόσεις κατέχετε.
Ἔρχομαι τώρα νὰ σᾶς γράψω καὶ διὰ μερικὰς ἀταξίας, ποὺ συμβαίνουν εἰς τὰς συνάξεις σᾶς. Πρωτίστως σᾶς ἐπαινῶ, ἀδελφοί, διότι εἰς ὅλα μὲ ἐνθυμεῖσθε καὶ κρατεῖτε στερεὰ καὶ ἐπακριβῶς τὰς διδασκαλίας ὅπως σᾶς τὰς παρέδωκα προφορικῶς.
3 θέλω δὲ ὑμᾶς εἰδέναι ὅτι παντὸς ἀνδρὸς ἡ κεφαλὴ ὁ Χριστός ἐστι, κεφαλὴ δὲ γυναικὸς ὁ ἀνήρ, κεφαλὴ δὲ Χριστοῦ ὁ Θεός.
Θέλω ὅμως νὰ γνωρίζετε, ὅτι καθενὸς Χριστιανοῦ ἀνδρὸς διευθύνουσα καὶ ἄρχουσα κεφαλὴ εἶναι ὁ Χριστός· κεφαλὴ δὲ τῆς γυναικὸς εἶναι ὁ ἄνδρας της· κεφαλὴ δὲ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος εἶναι Πατήρ του καὶ ἐκ τῆς αὐτῆς οὐσίας ἀνάρχως τὸν ἐγέννησε.
4 πᾶς ἀνὴρ προσευχόμενος ἢ προφητεύων κατὰ κεφαλῆς ἔχων καταισχύνει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ.
Κάθε ἄνδρας εἴτε ἔγγαμος εἴτε ἄγαμος, ποὺ προσεύχεται εἰς τὴν κοινὴν λατρείαν σας ἢ ὡς προφήτης φωτισμένος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα φανερώνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔχῃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του κάλυμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι σύμβολον ὑποτελείας, κατεντροπιάζει τὴν κεφαλήν του, διότι ἔρχεται νὰ λατρεύσῃ ἢ νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν Χριστόν, ἀρνούμενος μὲ τὸ κάλυμμα τῆς ὑποτελείας, ποὺ φορεῖ, τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν κυριαρχίαν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔδωκεν ὁ Χριστός.
5 πᾶσα δὲ γυνὴ προσευχομένη ἢ προφητεύουσα ἀκατακαλύπτῳ τῇ κεφαλῇ καταισχύνει τὴν κεφαλὴν ἑαυτῆς· ἓν γάρ ἐστι καὶ τὸ αὐτὸ τῇ ἐξυρημένῃ.
Κάθε γυναῖκα δέ, ἡ ὁποία προσεύχεται ἢ προφητεύει χωρὶς κάλυμμα εἰς τὴν κεφαλήν, καὶ ζητεῖ ἔτσι νὰ ἀνδροφέρνῃ, κατεντροπιάζει τὴν ἰδίαν της κεφαλήν, δηλαδὴ τὸν ἄνδρα της, ἐπειδὴ ἁρπάζει τὸ ἀξίωμά του καὶ διεκδικεῖ ἀπὸ αὐτὸν τὴν ὑπεροχήν. Ἡ γυναῖκα αὐτὴ παρουσιάζει τὴν αὐτὴν ἀκοσμίαν καὶ ἀνυποταξίαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐκείνη, ποὺ ἐξύρισε τὴν κεφαλήν της.
6 εἰ γὰρ οὐ κατακαλύπτεται γυνή, καὶ κειράσθω· εἰ δὲ αἰσχρὸν γυναικὶ τὸ κείρασθαι ἢ ξυρᾶσθαι κατακαλυπτέσθω.
Διότι, ἐὰν δὲν εἶναι σεμνὰ καλυμμένη μιὰ γυναῖκα, ἂς κουρεύῃ λοιπὸν καὶ τὰ μαλλιά της, ὅπως τὰ κουρεύει ὁ ἄνδρας. Ἐὰν δὲ εἶναι ἄσχημον καὶ ἀπρεπὲς εἰς τὴν γυναῖκα τὸ νὰ κουρεύῃ ἢ νὰ ξυρίζῃ τὰ μαλλιά της, ἂς καλύπτεται καλά. Καὶ ἂς μὴ θέλῃ νὰ μιμῆται τὸν ἄνδρα.
7 ἀνὴρ μὲν γὰρ οὐκ ὀφείλει κατακαλύπτεσθαι τὴν κεφαλήν, εἰκὼν καὶ δόξα Θεοῦ ὑπάρχων· γυνὴ δὲ δόξα ἀνδρός ἐστι.
Διότι ὁ μὲν ἄνδρας δὲν πρέπει νὰ κατακαλύπτῃ τὴν κεφαλήν του, Ἐπειδὴ ἐπλάσθη ἐξ ἀρχῆς ὡς ὁ κύριος ἐκπρόσωπος τῆς κυριαρχίας τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς καὶ εἶναι διὰ τοῦτο περισσότερον ἀπὸ τὴν γυναῖκα εἴκων καὶ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἡ γυναῖκα δὲ ὡς τὸ ἑξαιρετικώτερον ἀπὸ τὰ ἄλλα κτίσματα, ποὺ ἔχει ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του ὁ ἄνδρας, εἶναι δόξα τοῦ ἀνδρός.
8 οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός·
Πράγματι δὲ ὁ ἄνδρας εἶναι ὑπεροχώτερος ἀπὸ τὴν γυναῖκα, διότι δὲν ἔγινεν ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα, ἀλλ’ ἡ γυναῖκα ἔγινεν ἀπὸ τὸν ἄνδρα.
9 καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα.
Καὶ ἐπὶ πλέον δὲν ἐκτίσθη ὁ ἄνδρας διὰ νὰ βοηθῇ τὴν γυναῖκα, ἀλλ’ ἡ γυναῖκα ἐπλάσθη πρὸς χάριν καὶ βοήθειαν τοῦ ἀνδρός.
10 διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ γυνὴ ἐξουσίαν ἔχειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς διὰ τοὺς ἀγγέλους.
Διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ γυναῖκα ἀπὸ συστολὴν καὶ ἐντροπὴν πρὸς τοὺς ἀγγέλους, ποὺ ἀοράτως εἶναι παρόντες, νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς της κάλυμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι σύμβολον τῆς ἐξουσίας, ποὺ ἔχει ἐπ’ αὐτῆς ὁ ἄνδρας.
11 πλὴν οὔτε ἀνὴρ χωρὶς γυναικὸς οὔτε γυνὴ χωρὶς ἀνδρὸς ἐν Κυρίῳ·
Πλὴν ὅμως μὴ νομίσετε, ὅτι ἡ ἐξουσία αὐτὴ τοῦ ἀνδρὸς εἶναι ἀπεριόριστος. Διότι μετὰ τὴν δημιουργίαν τῶν πρωτοπλάστων, οὔτε ἄνδρας γεννᾶται χωρὶς γυναῖκα, οὔτε γυναῖκα χωρὶς ἄνδρα, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους, ποὺ ὥρισεν ὁ Κύριος.
12 ὥσπερ γὰρ ἡ γυνὴ ἐκ τοῦ ἀνδρός, οὕτω καὶ ὁ ἀνὴρ διὰ τῆς γυναικός, τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ.
Διότι καθὼς ἡ γυναῖκα προῆλθεν ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ἔτσι ἀπὸ τότε καὶ ὁ ἄνδρας γεννᾶται διὰ μέσου τῆς γυναικός, ὅλα δὲ τὰ κτίσματα καὶ μαζὶ μὲ αὐτὰ καὶ ὁ ἄνδρας, ἔχουν τὴν ἀρχήν των καὶ τὴν ὕπαρξίν των ἀπὸ τὸν Θεόν.
13 ἐν ὑμῖν αὐτοῖς κρίνατε· πρέπον ἐστὶ γυναῖκα ἀκατακάλυπτον τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι;
Ἂς κάμῃ μόνος του καθένας ἀπὸ σᾶς ὀρθὴν καὶ δικαίαν κρίσιν. Εἶναι πρέπον γυναῖκα νὰ προσεύχεται εἰς τὸν Θεόν, χωρὶς νὰ φέρῃ κάλυμμα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς;
14 ἢ οὐδὲ αὐτὴ ἡ φύσις διδάσκει ὑμᾶς ὅτι ἀνὴρ μὲν ἐὰν κομᾷ, ἀτιμία αὐτῷ ἐστι,
Ἢ μήπως καὶ αὐτὴ ἡ φύσις, ἡ ὁποία δίδει τὰ μακρυὰ καὶ πολλὰ μαλλιὰ περισσότερον εἰς τὴν γυναῖκα, δὲν σᾶς διδάσκει ὅτι ὁ ἄνδρας μέν, ἐὰν τρέφῃ μαλλιὰ σὰν τὴν γυναῖκα, εἶναι τοῦτο ἐντροπὴ δι’ αὐτόν·
15 γυνὴ δὲ ἐὰν κομᾷ, δόξα αὐτῇ ἐστιν; ὅτι ἡ κόμη ἀντὶ περιβολαίου δέδοται αὐτῇ.
ἡ γυναῖκα δέ, ἐὰν τρέφῃ μαλλιά, εἶναι τοῦτο εἰς αὐτὴν στολισμός; Διότι τὰ μακρυὰ μαλλιὰ τῆς ἔχουν δοθῆ σὰν ἕνα φυσικὸν πέπλον.
16 Εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ.
Ἐὰν ὅμως ὕστερα ἀπὸ ὅσα εἴπαμεν, νομίζῃ κανεὶς καὶ φαντάζεται, πῶς ἠμπορεῖ νὰ δημιουργῇ ζητήματα καὶ νὰ γίνεται φιλόνεικος, ἂς γνωρίζῃ οὗτος, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τέτοιαν συνήθειαν, νὰ εἶναι δηλαδὴ κατὰ τὰς ὥρας τῆς λατρείας χωρὶς κάλυμμα ἡ γυναῖκα. Ἀλλ’ οὔτε καὶ αἱ Ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ ἔχουν τέτοιαν συνήθειαν. Ἔρχομαι τώρα εἰς ἄλλην ἀταξίαν σας.
17 Τοῦτο δὲ παραγγέλλων οὐκ ἐπαινῶ ὅτι οὐκ εἰς τὸ κρεῖττον, ἀλλ᾿ εἰς τὸ ἧττον συνέρχεσθε.
Ἡ παραγγελία δὲ αὐτή, ποὺ πρόκειται νὰ σᾶς κάμω, δὲν εἶναι πρὸς ἔπαινόν σας. Διότι συναθροίζεσθε ὄχι διὰ τὸ καλύτερον, διὰ νὰ ὠφελῆτε δηλαδὴ καὶ οἰκοδομῆτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἀλλὰ συναθροίζεσθε διὰ τὸ χειρότερον, δηλαδὴ διὰ νὰ βλάπτεσθε πνευματικῶς.
18 πρῶτον μὲν γὰρ συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ ἀκούω σχίσματα ἐν ὑμῖν ὑπάρχειν, καὶ μέρος τι πιστεύω·
Διότι πρῶτον μέν, ὅταν συναθροίζεσθε εἰς σύναξιν ἐκκλησιαστικήν, ἀκούω ὅτι μεταξύ σας ὑπάρχουν διαιρέσεις φατριαστικοί, καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ ὅσα ἀκούω, τὸ πιστεύω.
19 δεῖ γὰρ καὶ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν.
Τὸ πιστεύω δέ, διότι εἶναι φυσικὸν νὰ ὑπάρχουν μεταξύ σας καὶ διαιρέσεις. Εἶσθε ἄνθρωποι μὲ ἐλαττώματα καὶ ἀδυναμίας καὶ ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ ἐκδηλώνωνται αἱ ἀδυναμίαι σας αὐταί, διὰ νὰ γίνουν φανεροὶ μεταξύ σας ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν δοκιμασμένην ἀγάπην, καὶ δὲν παρασύρονται εἰς φατριασμούς, ἀπὸ τὸ παράδειγμά τους δὲ νὰ διδαχθοῦν καὶ οἰ ἄλλοι.
20 συνερχομένων οὖν ὑμῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οὐκ ἔστι κυριακὸν δεῖπνον φαγεῖν·
Ὅταν συναθροίζεσθε εἰς τὸν αὐτὸν τόπον τῆς λατρείας μὲ τὰς διαιρέσεις σας αὐτάς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φάγετε ἀκατακρίτως καὶ πρὸς ὠφέλειάν σας τὸ δεῖπνον, ποὺ ὁ Κύριος συνέστησε. Τρώγετε δὲ βέβαια δεῖπνον καὶ τώρα, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι βεβήλωσις τοῦ ἱεροῦ δείπνου, ποὺ μᾶς παρέδωκεν ὁ Κύριος.
21 ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον δεῖπνον προλαμβάνει ἐν τῷ φαγεῖν, καὶ ὃς μὲν πεινᾷ, ὃς δὲ μεθύει.
Διότι καθένας σας, χωρὶς νὰ περιμένῃ τοὺς ἄλλους, καὶ μάλιστα τοὺς πτωχοὺς ἐκ τῶν ἀδελφῶν, προλαμβάνει αὐτοὺς εἰς τὸ φαγητὸν καὶ τρώγει μόνος του καὶ χωρὶς αὐτοὺς τὸ ἰδικόν του δεῖπνον. Καὶ ἔτσι συμβαίνει ἄλλος μὲν πτωχότερος νὰ πεινᾷ, ἄλλος δὲ πλουσιώτερος νὰ μεθᾷ.
22 μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν; ἢ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε καὶ καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί ὑμῖν εἴπω; ἐπαινέσω ὑμᾶς ἐν τούτω; οὐκ ἐπαινῶ.
Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ γίνεται αὐτό, οὔτε ὑπάρχει δικαιολογία δι’ αὐτό. Διότι, μήπως δὲν ἔχετε σπίτια διὰ νὰ τρώγετε καὶ νὰ πίνετε; Ἢ καταφρονεῖτε τὴν σύναξιν τῶν πιστῶν, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, καὶ καταντροπιάζετε ἐκείνους, ποὺ δὲν ἔχουν; Τί νὰ σᾶς εἴπω; Νὰ σᾶς ἐπαινέσω δι’ αὐτό; Δὲν σᾶς ἐπαινῶ.
23 ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε·
Καὶ δὲν σᾶς ἐπαινῶ, διότι ἐγὼ παρέλαβα ἀπὸ τὸν Κύριον τὸ ἐντελῶς ἀντίθετον ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ κάνετε σεῖς. Παρέλαβα δηλαδὴ ἐκεῖνο, ποὺ σᾶς παρέδωκα· ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς τὴν νύκτα, ποὺ παρεδίδετο, ἔλαβεν ἄρτον καὶ ἀφοῦ ἔκαμε εὐχαριστήριον προσευχήν, ἔκοψε εἰς τεμάχια τὸν ἄρτον καὶ εἶπε:
24 λάβετε φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν.
Λάβετε, φάγετε· τοῦτο εἶναι τὸ σῶμα μου, ποὺ θυσιάζεται καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν κόπτεται εἰς κομμάτια πρὸς χάριν σας καὶ πρὸς σωτηρίαν σας. Τοῦτο, ποὺ κάνω τώρα μαζί σας, νὰ τὸ κάνετε συνεχῶς διὰ νὰ ἐνθυμῆσθε μετ’ εὐγνωμοσύνης τὴν θυσίαν τοῦ σταυροῦ, ποὺ τὴν ἐπρόσφερα διὰ νὰ σᾶς σώσω.
25 ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν.
Ὠσαύτως ἐπῆρε καὶ τὸ ποτήριον, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὸ δεῖπνον, καὶ εἶπε: Τοῦτο τὸ ποτήριον ἐμπεριέχει τὸ αἷμα μου καὶ εἶναι δι’ αὐτὸ ἡ νέα διαθήκη, ποὺ συνάπτεται καὶ ἐπισφραγίζεται μὲ τὸ αἷμα μου. Νὰ κάνετε τοῦτο πάντοτε διὰ νὰ ἐνθυμῆσθε ἐμὲ καὶ τὴν θυσίαν μου. Καὶ θὰ κάνετε τὴν ἀνάμνησιν αὐτήν, κάθε φορὰ ποὺ θὰ πίνετε ἀπὸ τὸ ἁγιασμένον αὐτὸ ποτήριον.
26 ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ.
Θὰ κάνετε δὲ μὲ τὸ ἱερὸν αὐτὸ καὶ μυστηριῶδες δεῖπνον τὴν ἀνάμνησιν τοῦ Κυρίου, διότι κάθε φορὰ ποὺ τρώγετε τὸν ἄρτον αὐτὸν καὶ πίνετε τὸ ποτήριον τοῦτο, κηρύττετε καὶ ὁμολογεῖτε δημοσίᾳ μὲ πίστιν καὶ εὐγνωμοσύνην τὸν θάνατον, ποὺ διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων ὑπέστη ὁ Κύριος. Καὶ ἔτσι ἡ ὁμολογία αὐτὴ καὶ ἡ ἀνάμνησις τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου θὰ γίνεται συνεχῶς καὶ ἀδιακόπως, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ Κύριος κατὰ τὴν δευτέραν του παρουσίαν.
27 ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου.
Ὥστε ὁποιοσδήποτε τρώγει τὸν ἄρτον αὐτὸν καὶ πίνει τὸ ποτήριον τῆς κοινωνίας τοῦ Κυρίου ἀναξίως, θὰ εἶναι ἔνοχος δι’ ἀσέβειαν καὶ βεβήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἀποτολμᾷ εἰς τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου.
28 δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω·
Ἂς ἐξετάζῃ δὲ κάθε ἄνθρωπος μὲ προσοχὴν τὸν ἑαυτόν του καὶ ἀφοῦ προετοιμασθῇ μὲ τὴν ἐξέτασιν αὐτήν, τότε ἂς τρώγῃ ἀπὸ τὸν καθαγιασμένον ἄρτον καὶ ἂς πίνῃ ἀπὸ τὸ καθαγιασμένον ποτήριον.
29 ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.
Διότι ἐκεῖνος, ποὺ τρώγει καὶ πίνει ἀναξίως ἀπὸ τὸν καθαγιασμένον ἄρτον καὶ οἶνον, τρώγει καὶ πίνει κατάκριμα καὶ καταδίκην εἰς τὸν ἑαυτόν του, ἐπειδὴ δὲν κάνει διάκρισιν τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ μεταχειρίζεται καὶ τρώγει ταῦτα, σὰν νὰ ἦσαν κοιναὶ τροφαί.
30 διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ κοιμῶνται ἱκανοί.
Διότι δὲ ἀναξίως καὶ χωρὶς δοκιμασίαν τοῦ ἑαυτοῦ σας τρώγετε καὶ πίνετε τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, δι’ αὐτὸ ὑπάρχουν μεταξύ σας πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ ἀπέθαναν ἀρκετοί.
31 εἰ γὰρ ἑαυτοὺς διεκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα·
Διότι, ἐὰν ἀνεκρίναμεν καὶ ἐξετάζαμεν μὲ φόβον Θεοῦ τὸν ἑαυτόν μας προτοῦ νά, προσέλθωμεν εἰς τὴν θείαν Κοινωνίαν, δὲν θὰ κατεδικαζόμεθα ἀπὸ τὸν Θεόν μὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς τιμωρίας.
32 κρινόμενοι δὲ ὑπὸ τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν.
Ὅταν δὲ κατακρινώμεθα ἀπὸ τὸν Κύριον μὲ ἀσθενείας, τιμωρούμεθα παιδαγωγικῶς ἀπὸ αὐτόν, διὰ νὰ διορθωθῶμεν καὶ μὴ κατακριθῶμεν εἰς τὴν μέλλουσαν ζωὴν μὲ τὸν κόσμον, ποὺ ζῇ μακρὰν ἀπὸ τὸν Θεόν.
33 Ὣστε, ἀδελφοί μου, συνερχόμενοι εἰς τὸ φαγεῖν ἀλλήλους ἐκδέχεσθε·
Ὥστε, ἀδελφοί μου, ὅταν συναθροίζεσθε διὰ νὰ φάγετε τὸ Κυριακὸν δεῖπνον, περιμένετε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.
34 εἰ δέ τις πεινᾷ, ἐν οἴκῳ ἐσθιέτω, ἵνα μὴ εἰς κρῖμα συνέρχησθε. Τὰ δὲ λοιπὰ ὡς ἂν ἔλθω διατάξομαι.
Ἐὰν δὲ κανεὶς πεινᾷ, ἂς τρώγῃ εἰς τὸ σπίτι του, διὰ νὰ μὴ γίνωνται αἱ συνάξεις σας εἰς καταδίκην. Τὰ δὲ λοιπά, περὶ τῶν ὁποίων μοῦ γράφετε σχετικῶς πρὸς τὸ Κυριακὸν δεῖπνον, ὅταν θὰ ἔλθω θὰ τὰ κανονίσω.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα