ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΟΥ θέλω δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν πάντες ὑπὸ τὴν νεφέλην ἦσαν, καὶ πάντες διὰ τῆς θαλάσσης διῆλθον,
Ο κίνδυνος δὲ τοῦ νὰ ἀποδοκιμασθῶμεν ὡς ἀνάξιοι εἶναι πραγματικός, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ τρομερὸν παράδειγμα τῶν προπατόρων μας Ἰσραηλιτῶν. Δὲν θέλω δηλαδὴ νὰ ἀγνοῆτε σεῖς, ἀδελφοί, ὅτι οἱ προπάτορες μας Ἰσραηλῖται ὅλοι ἦσαν ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ προστασίαν τῆς νεφέλης καὶ ὅλοι ἀξιώθησαν νὰ περάσουν ἀσφαλῶς διὰ μέσου τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης.
2 καὶ πάντες εἰς τὸν Μωϋσῆν ἐβαπτίσαντο ἐν τῇ νεφέλῃ καὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ,
Καὶ ὅλοι μὲ ἐμπιστοσύνην ἠκολούθησαν τὸν Μωϋσ·ῆν καὶ ἐνώθησαν μαζὶ μὲ αὐτὸν σὰν διὰ βαπτίσματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβαν ὡς εἰς ἄλλην κολυμβήθραν μέσα εἰς τὴν νεφέλην καὶ τὴν θάλασσαν.
3 καὶ πάντες τὸ αὐτὸ βρῶμα πνευματικὸν ἔφαγον,
Καὶ ὅλοι ἔφαγαν τὴν αὐτὴν τροφὴν τοῦ μάννα, ποὺ τοὺς ἐδίδετο μὲ ὑπερφυσικὴν ἐνέργειαν τοῦ Πνεύματος.
4 καὶ πάντες τὸ αὐτὸ πόμα πνευματικὸν ἔπιον· ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός.
Καὶ ὅλοι ἔπιον τὸ αὐτὸ ποτόν, τὸ ὁποῖον μὲ ὑπερφυσικὴν πνευματικὴν ἐνέργειαν ἀνέβλυσε. Διότι ἔπιναν ἀπὸ ὑπερφυσικὴν καὶ ἀόρατον πέτραν, ποὺ τοὺς ἠκολούθει, ἡ πέτρα δὲ αὐτὴ ἦτο ὁ Χριστός.
5 ἀλλ᾿ οὐκ ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν εὐδόκησεν ὁ Θεός· κατεστρώθησαν γὰρ ἐν τῇ ἐρήμῳ.
λλὰ καίτοι ἀπήλαυσαν ὅλοι τους τὰ ἐξαιρετικὰ αὐτὰ προνόμια, μὲ τοὺς περισσοτέρους ἀπὸ αὐτοὺς δὲν εὐαρεστήθη ὁ Θεός. Διότι τοὺς ὠργίσθη καὶ ἐστρώθησαν κάτω νεκροὶ εἰς τὴν ἔρημον, χωρὶς νὰ πατήσουν εἰς τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας.
6 Ταῦτα δὲ τύποι ἡμῶν ἐγενήθησαν, εἰς τὸ μὴ εἶναι ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν, καθὼς κἀκεῖνοι ἐπεθύμησαν.
Ὅλα δὲ αὐτὰ ἔγιναν προφητικαὶ εἰκόνες, ποὺ προλέγουν τί θὰ συμβῇ καὶ εἰς ἡμᾶς, ὥστε νὰ προσέχωμεν διὰ νὰ μὴ εἴμεθα ἐπιθυμηταὶ κακῶν, καθὼς καὶ ἐκεῖνοι ἐπεθύμησαν κακὰ καὶ ἐτιμωρήθησαν.
7 μηδὲ εἰδωλολάτραι γίνεσθε, καθώς τινες αὐτῶν, ὡς γέγραπται· ἐκάθισεν ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν, καὶ ἀνέστησαν παίζειν.
Καὶ μὴ γίνεσθε μὲ τὰ εἰδωλόθυτα εἰδωλολάτραι, ὅπως ἔγιναν μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς, καθὼς ἔχει γραφῆ εἰς τὸ βιβλίον τῆς Ἐξόδου: Ἐκάθησεν ὁ λαὸς νὰ φάγῃ καὶ νὰ πίῃ καὶ ἐσηκώθησαν μετὰ τὸ φαγητὸν καὶ ἔπαιζον χορεύοντες εἰς τιμὴν καὶ λατρείαν τοῦ μόσχου, ποὺ τὸν εἶχαν στήσει ὡς εἴδωλόν τους.
8 μηδὲ πορνεύωμεν, καθώς τινες αὐτῶν ἐπόρνευσαν καὶ ἔπεσον ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ εἰκοσιτρεῖς χιλιάδες.
Ἀκόμη δὲ ἂς μὴ πορνεύωμεν, καθὼς μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐπόρνευσαν καὶ διὰ τιμωρίας τοῦ Θεοῦ ἔπεσαν νεκροὶ εἰς μίαν ἡμέραν εἴκοσι τρεῖς χιλιάδες.
9 μηδὲ ἐκπειράζωμεν τὸν Χριστόν, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐπείρασαν καὶ ὑπὸ τῶν ὄφεων ἀπώλοντο.
Καὶ ἂς μὴ πειράζωμεν τὸν Χριστόν, ζητοῦντες νὸ δοκιμάσωμεν, ἂν θὰ μᾶς φυλάξῃ ἀπὸ τὸν κίνδυνον τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθίμων ἡ παντοδυναμία καὶ εὐσπλαγχνία του. Ἔτσι τὸν ἐπείραξαν καὶ μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς, καὶ διὰ τοῦτο ἐθανατώθησαν ἀπὸ τὰ φαρμακερὰ δαγκώματα τῶν φιδιῶν.
10 μηδὲ γογγύζετε, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐγόγγυσαν καὶ ἀπώλοντο ὑπὸ τοῦ ὀλοθρευτοῦ.
Καὶ μὴ γογγύζετε εἰς τὰς θλίψεις καὶ δοκιμασίας, καθὼς καὶ μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐγογγυσαν καὶ ἐθανατώθησαν ἀπὸ τὸν ἐξολοθρευτὴν ἄγγελον.
11 ταῦτα δὲ πάντα τύποι συνέβαινον ἐκείνοις, ἐγράφη δὲ πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν, εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησεν.
Ὅλα δὲ αὐτὰ συνέβαιναν εἰς ἐκείνους καὶ ὡς προφητικαὶ προεικονίσεις· ἐγράφησαν δὲ διὰ νὰ νουθετηθῶμεν καὶ σωφρονισθῶμεν ἠμεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους κατέληξαν οἱ ἔσχατοι χρόνοι, κατὰ τοὺς ὁποίους ἤρχισεν ἡ νέα περίοδος τοῦ Μεσσίου, καὶ μετὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου καὶ ἡ δευτέρα παρουσία.
12 Ὣστε ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ.
Ἀπὸ τὰ διδακτικὰ λοιπὸν αὐτὰ παραδείγματα τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραὴλ βγαίνει ὡς συμπέρασμα, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι στέκεται καλά, ἂς προσέχῃ μήπως πέσῃ, ὅπως ἔπεσαν καὶ οἱ Ἰσραηλῖται, ποὺ ἀνέφερα.
13 πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μὴ ἀνθρώπινος· πιστὸς δὲ ὁ Θεός, ὃς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δύνασθε, ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν.
Δὲν σᾶς κατέλαβε ἕως τώρα πειρασμὸς μεγάλος, ἀλλὰ κάθε πειρασμός, ποὺ ἀντιμετωπίσατε, ἦτο προσωρινὸς καὶ ἀνάλογος πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσον δὲ διὰ τοὺς πειρασμούς, ποὺ ἐνδέχεται νὰ σᾶς εὔρουν εἰς τὸ μέλλον λόγῳ καὶ τοῦ ὅτι μὲ τὴν ἀποφυγὴν τῶν εἰδωλοθύτων θὰ γίνεσθε δυσάρεστοι εἰς τοὺς εἰδωλολάτρας, μὴ ξεχάνετε, ὅτι εἶναι ἄξιος πάσης ἐμπιστοσύνης ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μὲ τὰς ὑποσχέσεις του, δὲν θὰ σᾶς ἀφήσῃ νὰ πειρασθῆτε παραπάνω ἀπὸ τὴν δύναμίν σας, ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὸν πειρασμὸν θὰ φέρῃ καὶ τὸ τέλος τοῦ πειρασμοῦ, ὥστε νὰ ἠμπορῆτε νὰ ὑποφέρετε αὐτόν.
14 Διόπερ, ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας.
Ἀκριβῶς δι αὐτό, ἀγαπητοί μου, φεύγετε μακρὰν ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρίαν, χωρὶς νὰ φοβηθῆτε, μήπως σᾶς δημιουργηθῇ διὰ τοῦτο πειρασμὸς ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρας.
15 ὡς φρονίμοις λέγω· κρίνατε ὑμεῖς ὅ φημι.
Ὁμιλῶ πρὸς σᾶς σὰν εἰς φρονίμους καὶ συνετούς, ποὺ εἶσθε. Κρίνατε σεῖς δι’ αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως.
16 τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν;
Τὸ ποτήριον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ Κύριος ἀπήγγειλε τὴν εὐχαριστήριον δοξολογίαν καὶ τὸ ὁποῖον μὲ εὐχαριστήριον προσευχὴν καθαγιάζομεν, δὲν εἶναι κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ; Ὁ ἄρτος, τὸν ὁποῖον εἰς τὸ μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας κόπτομεν, δὲν εἶναι κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ;
17 ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν.
Ἐπειδὴ δὲ ἕνας εἶναι ὁ οὐράνιος αὐτὸς ἄρτος, διὰ τοῦτο ἕνα ἠθικὸν σῶμα εἴμεθα οἱ πολλοί. Διότι ὅλοι ἀπὸ τὸν ἕνα ἄρτον μετέχομεν καὶ ἐνωνόμεθα ὅλοι μὲ αὐτὸν καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ γινόμεθα ἕνα καὶ μεταξύ μας.
18 βλέπετε τὸν Ἰσραὴλ κατὰ σάρκα· οὐχὶ οἱ ἐσθίοντες τὰς θυσίας κοινωνοὶ τοῦ θυσιαστηρίου εἰσί;
Διὰ νὰ βεβαιωθῆτε δέ, ὅτι μὲ τὰ εἰδωλόθυτα γινόμεθα συμμέτοχοι τοῦ θυσιαστηρίου τῶν εἰδώλων, κυττάξετε τοὺς Ἰσραηλίτας, ποὺ εἶναι σαρκικοὶ ἀλλ’ ὄχι καὶ πνευματικοὶ ἀπόγονοι τῶν πατριαρχῶν. Δὲν εἶναι γεγονός, ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ τρώγουν τὰς θυσίας, αἱ ὁποῖαι προσφέρονται ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς του Ἰσραήλ, εἶναι κοινωνοὶ καὶ συμμέτοχοι τοῦ θυσιαστηρίου;
19 τί οὖν φημί; ὅτι εἴδωλόν τί ἐστιν; ἢ ὅτι εἰδωλόθυτόν τί ἐστιν;
Ἔτσι καὶ ὅσοι τρώγουν τὰς θυσίας τῶν εἰδώλων. Γίνονται καὶ αὐτοὶ συμμέτοχοι καὶ συγκοινωνοὶ τῶν εἰδώλων. Τί λέγω λοιπόν; Λέγω ἆραγε, ὅτι τὸ εἴδωλον εἶναι κάτι καὶ ἐξεικονίζει πραγματικὸν Θεόν; Ἢ ὅτι τὸ εἰδωλόθυτον εἶναι κάτι καὶ ἔχει κάποιαν δύναμιν; Ὄχι, δὲν λέγω κάτι τέτοιο.
20 ἀλλ᾿ ὅτι ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει καὶ οὐ Θεῷ· οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι.
Ἀλλὰ λέγω, ὅτι τὰ ζῶα, ποὺ προσφέρουν θυσίαν οἱ ἐθνικοὶ καὶ εἰδωλολάτραι, τὰ θυσιάζουν εἰς τὰ δαιμόνια καὶ ὄχι εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεόν. Διότι πίσω ἀπὸ τὰ εἴδωλα κρύπτονται δαιμόνια. Δὲν θέλω δὲ σεῖς νὰ γίνεσθε συγκοινωνοὶ καὶ συμμέτοχοι τῶν δαιμονίων.
21 οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καὶ ποτήριον δαιμονίων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καὶ τραπέζης δαιμονίων.
Δὲν ἠμπορεῖτε χωρὶς ἐνοχὴν νὰ πίνετε συγχρόνως τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου, ποὺ δίδεται εἰς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν, καὶ τὸ ποτήριον τῶν σπονδῶν, ποὺ προσφέρονται εἰς τὰ εἴδωλα. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λαμβάνετε μέρος εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ Κυρίου καὶ εἰς τὴν τράπεζαν τῶν δαιμονίων.
22 ἢ παραζηλοῦμεν τὸν Κύριον; μὴ ἰσχυρότεροι αὐτοῦ ἐσμεν;
Ἐὰν δὲ ἐπιμένετε νὰ λαμβάνετε μέρος καὶ εἰς τὰ δύο, ἠξεύρετε τί κάνετε; Προκαλοῦμεν ἔτσι εἰς ζηλοτυπίαν τὸν Κύριον καὶ τὸν ἐρεθίζομεν. Μήπως εἴμεθα ἰσχυρότεροί του, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ὀργήν του;
23 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει. πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα οἰκοδομεῖ.
Ὅλα ἔχω ἐξουσίαν νὰ τὰ πράττω, ἀλλὰ δὲν συμφέρουν καὶ δὲν εἶναι ὠφέλιμα εἰς ἐμὲ ὅλα. Ὅλα ἔχω ἐξουσίαν νὰ τὰ πράττω, ἀλλὰ δὲν οἰκοδομοῦν ὅλα τὸν πλησίον μου.
24 μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος.
Ἂς μὴ ζητῇ ἐγωϊστικὰ κανεὶς ὅ,τι τοῦ ἀρέσει ἢ ὅ,τι τὸν συμφέρει, ἀλλ’ ἂς ζητῇ ὁ καθένας τὸ συμφέρον καὶ τὴν πνευματικὴν ὠφέλειαν τοῦ ἄλλου.
25 Πᾶν τὸ ἐν μακέλλῳ πωλούμενον ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν·
Τὸ καθῆκον σας δὲ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ τηρῆτε καὶ σχετικῶς πρὸς τὰ εἰδωλόθυτα, διὰ τὰ ὁποῖα ἰσχύουν αὐτά, ποὺ θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Κάθε τι ποὺ πωλεῖται εἰς τὸ κρεοπωλεῖον, τρώγετε τό, χωρὶς νὰ ἐξετάζετε, ἐὰν αὐτὸ εἶναι εἰδωλόθυτον, καὶ μὴ ζητῆτε πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἠμπορεῖ νὰ ταράξουν τὴν συνείδησίν σας. Ὅταν δηλαδὴ δὲν ἠξεύρετε, ὅτι αὐτὸ ποὺ τρώγετε εἶναι εἰδωλόθυτον, θὰ τὸ τρώγετε ἀδιαφόρως καὶ θὰ ἔχετε ἥσυχον τὴν συνείδησίν σας.
26 τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς.
Θὰ ἔχετε δὲ ἥσυχον τὴν συνείδησίν σας, διότι θὰ τὸ τρώγετε μὲ τὸ φρόνημα, ὅτι ἡ γῆ καὶ κάθε τι ποὺ πληροῖ καὶ γεμίζει αὐτήν, ἀνήκει εἰς τὸν Κύριον. Συνεπῶς καὶ αὐτὸ ποὺ τρώγετε, τοῦ Κυρίου εἶναι.
27 εἰ δέ τις καλεῖ ὑμᾶς τῶν ἀπίστων καὶ θέλετε πορεύεσθαι, πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν.
Ἐὰν δὲ σᾶς προσκαλῇ νὰ συμφάγετε κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀπίστους καὶ θέλετε νὰ πάτε, κάθε τι ποὺ σᾶς παρατίθεται, τρώγετέ το, χωρὶς νὰ κάμετε καμμίαν ἐξέτασιν, διὰ νὰ μὴ λαμβάνετε ἀφορμὴν καὶ σᾶς τύπτῃ ἡ συνείδησις.
28 ἐὰν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ, τοῦτο εἰδωλόθυτόν ἐστι, μὴ ἐσθίετε δι᾿ ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ τὴν συνείδησιν· τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς.
Ἐὰν ὅμως σᾶς εἴπῃ κανείς, ὅτι αὐτό, ποὺ σᾶς παραθέτουν, εἶναι εἰδωλόθυτον, τότε μὴ τὸ τρώγετε δι’ ἐκεῖνον, ποὺ σᾶς τὸ ἀνήγγειλε καὶ διὰ τὴν συνείδησίν του, ἡ ὁποία ἑπόμενον εἶναι νὰ τὸν τύψῃ, ἐὰν φάγῃ καὶ αὐτός, ἢ νὰ ἐξεγερθῇ ἐναντίον σας, ἐὰν δὲν φάγῃ. Σᾶς λέγω λοιπὸν νὰ μὴ τὸ τρώγετε, ὄχι διότι τὰ εἰδωλόθυτα ἠμπορεῖ νὰ σᾶς μολύνουν, διότι, ὅπως εἴπαμεν, τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ γῆ καὶ κάθε τι, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἶναι γεμάτη.
29 συνείδησιν δὲ λέγω οὐχὶ τὴν ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τὴν τοῦ ἑτέρου. ἱνατί γὰρ ἡ ἐλευθερία μου κρίνεται ὑπὸ ἄλλης συνειδήσεως;
Ὅταν δὲ λέγω συνείδησιν, ἐννοῶ ὄχι τὴν ἰδικήν σου, ἀλλὰ τὴν συνείδησιν του ἄλλου. Πρέπει δὲ νὰ προσέχω τὴν συνείδησιν τοῦ ἄλλου καὶ νὰ μὴ τρώγω. Διότι πρὸς τί ἡ ἐλευθερία, ποὺ ἔχω τοῦ νὰ τρώγω καὶ εἰδωλόθυτα ἀκόμη, νὰ γίνεται ἀφορμὴ κατακρίσεως ἀπὸ τὴν συνείδησιν τοῦ ἄλλου;
30 εἰ ἐγὼ χάριτι μετέχω, τί βλασφημοῦμαι ὑπὲρ οὗ ἐγὼ εὐχαριστῷ;
Ἐὰν δὲ ἐγὼ φωτισμένος ἀπὸ τὴν χάριν τῆς πίστεως δὲν θεωρῶ κανὲν φαγητὸν ἀκάθαρτον καὶ μετέχω διὰ τοῦτο ἀπὸ ὅλα τὰ φαγητά, διατὶ νὰ κακολογοῦμαι διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτήν, διὰ τὴν ὁποίαν ἑγὼ εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, τὸν δημιουργὸν τῶν φαγητῶν καὶ εὐεργέτην μου;
31 Εἴτε οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε.
Λοιπὸν εἴτε τρώγετε, εἴτε πίνετε, εἴτε πράττετε ὀ,τιδήποτε, ὅλα εἰς δόξαν Θεοῦ νὰ τὰ πράττετε.
32 ἀπρόσκοπτοι γίνεσθε καὶ Ἰουδαίοις καὶ Ἓλλησι καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ,
Μὴ γίνεσθε ἀφορμὴ προσκόμματος καὶ πτώσεως καὶ εἰς Ἰουδαίους καὶ εἰς Ἕλληνας καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ.
33 καθὼς κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι.
Συμπεριφέρεσθε καθὼς καὶ ἑγώ, ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλα ἀρέσκω εἰς ὅλους, χωρὶς νὰ ζητῶ ἐκεῖνο ποὺ συμφέρει ἐμέ, ἀλλ’ ἐκεῖνο ποὺ συμφέρει τοὺς πολλούς, διὰ νὰ σωθοῦν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα