ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό.
Καὶ ὅταν ἀπὸ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς της ἤρχισεν ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, καὶ ἐπρόκειτο αὕτη νὰ συμπληρωθῇ, ἦσαν ὅλοι οἱ πιστοὶ μὲ μιὰ καρδιὰ συναγμένοι εἰς τὸ αὐτὸ μέρος.
2 καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι·
Καὶ ἔξαφνα χωρὶς νὰ τὸ περιμένῃ κανείς, ἦλθε βοὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν σὰν βοὴ σφοδροῦ ἀνέμου, ὁ ὁποῖος κινεῖται μὲ ὁρμὴν καὶ βιαιότητα. Καὶ ἡ βοὴ αὐτὴ ἐγέμισεν ὅλο τὸ σπίτι, ὅπου ἐκάθηντο οἱ ἀπόστολοι καὶ ὅλοι οἱ μαθηταί.
3 καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν,
Καὶ εἶδαν μὲ τὰ μάτια των νὰ διαμοιράζωνται εἰς αὐτοὺς γλῶσσαι παρόμοιοι πρὸς τὰς φλόγας τοῦ πυρὸς καὶ εἰς τὸν καθένα ἀπὸ αὐτοὺς ἐκάθησεν ἀπὸ μία γλῶσσα.
4 καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι.
Καὶ ἐγέμισε τὸ ἐσωτερικὸν ὅλων μὲ Πνεῦμα Ἅγιον, καὶ ἤρχισαν νὰ ὁμιλοῦν ξένας γλώσσας, ὅπως τὸ Πνεῦμα, ποὺ τοὺς ἐνέπνεεν, ἔδιδεν εἰς αὐτοὺς νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ λέγουν θείους καὶ οὐρανίους λόγους καὶ διδασκαλίας ὑψηλὰς καὶ θεοπνεύστους.
5 Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν·
Ἦσαν δὲ ἐγκατεστημενοι ἐν Ἱερουσαλὴμ ὡς μόνιμοι κάτοικοί της Ἰουδαῖοι, ἄνδρες ποὺ ηὐλαβοῦντο καὶ ἐφοβοῦντο τὸν Θεὸν ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, ὅσα ὑπάρχουν εἰς τὴν ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ γῆν.
6 γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν.
Ὅταν δὲ ἔγινεν ἡ βοὴ αὐτὴ τοῦ ἀνέμου, ἐσυνάχθη τὸ πλῆθος καὶ ὅλοι ἐκυριεύθησαν ἀπὸ σύγχυσιν καὶ κατάπληξιν, διότι ὁ καθένας των ἤκουε τοὺς μαθητὰς αὐτοὺς τοῦ Ἰησοῦ νὰ ὁμιλοῦν μὲ τὴν ἰδικήν του γλῶσσαν.
7 ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι;
Ἔμειναν δὲ ἐκστατικοὶ ὅλοι καὶ ἐθαύμαζαν καὶ ἔλεγαν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον· Νά, ὅλοι αὐτοί, ποὺ ὁμιλοῦν, δὲν εἶναι Γαλιλαίοι;
8 καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν,
Καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ὁ καθένας μας τὴν ἰδικήν μας γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἐμάθαμεν καὶ ὁμιλοῦμεν ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς γεννήσεώς μας;
9 Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν,
Ὅσοι εἴμεθα Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται καὶ ὅσοι κατοικοῦμεν τὴν Μεσοποταμίαν καὶ τὴν Ἰουδαίαν καὶ τὴν Καππαδοκίαν, τὸν Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν,
10 Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι,
καὶ τὴν Φρυγίαν καὶ τὴν Παμφυλίαν, τὴν Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης, ποὺ εἶναι πλησίον τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ Ρωμαῖοι, ποὺ διαμένουν ἐδῶ, τόσον αὐτοί, ποὺ λόγῳ τῆς καταγωγῆς των εἶναι Ἰουδαῖοι, ὅσον καὶ οἱ ἐθνικοί, ποὺ προσειλκύσθησαν εἰς τὴν Ἰουδαϊκὴν πίστιν καὶ ἔγιναν προσήλυτοι,
11 Κρῆτες καὶ Ἄραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;
καθὼς καὶ οἱ ἐκ Κρήτης καταγόμενοι καὶ οἱ Ἄραβες, ὅλοι ἡμεῖς, ποὺ καταγόμεθα ἀπὸ τὰ διάφορα αὐτὰ μέρη, πῶς συμβαίνει νὰ ἀκούωμεν αὐτοὺς νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ διακηρύττουν εἰς τὰς γλώσσας μας τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ;
12 ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ διηπόρουν, ἄλλος πρὸς ἄλλον λέγοντες· τί ἂν θέλοι τοῦτο εἶναι;
Ἔμεναν δὲ ἐκστατικοὶ ὅλοι καὶ ἔμβαιναν εἰς ἀπορίαν καὶ ἔλεγαν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον· Σὰν τί νὰ σημαίνῃ τὸ ἔκτακτον αὐτὸ γεγονὸς καὶ σὰν ποίαν ἐξήγησιν μπορεῖ κανεὶς νὰ τοῦ δώσῃ;
13 ἕτεροι δὲ χλευάζοντες ἔλεγον ὅτι γλεύκους μεμεστωμένοι εἰσί.
Ἄλλοι ὅμως ἐπεριγελοῦσαν καὶ ἔλεγαν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι γεμᾶτοι ἀπὸ γλυκὸ καὶ δυνατὸ κρασὶ καὶ δὲν ξεύρουν τί λέγουν.
14 Σταθεὶς δὲ Πέτρος σὺν τοῖς ἕνδεκα ἐπῆρε τὴν φωνὴν αὐτοῦ καὶ ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς· ἄνδρες Ἰουδαῖοι καὶ οἱ κατοικοῦντες Ἱερουσαλὴμ ἅπαντες, τοῦτο ὑμῖν γνωστὸν ἔστω καὶ ἐνωτίσασθε τὰ ρήματά μου.
Ἐστάθη δὲ τότε εἰς τόπον κατάλληλον ὁ Πέτρος μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἕνδεκα Ἀποστόλους καὶ ὕψωσε τὴν φωνήν του, ὥστε νὰ ἀκούεται καλὰ ἀπὸ ὅλον τὸ πλῆθος ἐκεῖνο, καὶ ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶπεν εἰς αὐτούς· Ἄνδρες Ἰουδαῖοι καὶ σεῖς ὅλοι, ὅσοι κατοικεῖτε εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, ἂς γίνῃ γνωστὸν εἰς σᾶς αὐτό, ποὺ θὰ σᾶς εἴπω, καὶ ἀκούσατε προσεκτικὰ τοὺς λόγους μου αὐτούς, μὲ τοὺς ὁποίους θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀληθινὴν ἐξήγησιν αὐτῶν ποὺ βλέπετε.
15 οὐ γάρ, ὡς ὑμεῖς ὑπολαμβάνετε, οὗτοι μεθύουσιν· ἔστι γὰρ ὥρα τρίτη τῆς ἡμέρας·
Ἡ ἀντίληψις, ποὺ ἐσχηματίσατε δι’ αὐτούς, εἶναι πλανημένη. Διότι δὲν εἶναι μεθυσμένοι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, καθὼς νομίζετε σεῖς. Καὶ δὲν εἶναι μεθυσμένοι, διότι εἶναι ἡ τρίτη ὥρα ἀπὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου, ἤτοι ἡ ἐνάτη πρωϊνή, καὶ λόγῳ τῆς ἑορτῆς, ἀλλὰ καὶ σύμφωνα πρὸς τὰς παραδόσεις τῶν μεγάλων ραββίνων μας δὲν ἐπιτρέπεται προτοῦ ἔλθῃ μεσημέρι ἢ τουλάχιστον προτήτερα ἀπὸ τὰς δέκα τὸ πρωῒ νὰ βάλωμεν εἰς τὸ στόμα μας τίποτε.
16 ἀλλὰ τοῦτό ἐστι τὸ εἰρημένον διὰ τοῦ προφήτου Ἰωήλ·
Ἀλλ’ αὐτό, τὸ ὁποῖον βλέπετε, εἶναι ἐπαλήθευσις καὶ πραγματοποίησις ἐκείνου, ποὺ ἔχει λεχθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ τοῦ προφήτου Ἰωήλ, ὁ ὁποῖος ἐπροφήτευσε τὰ ἑξῆς:
17 καὶ ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις, λέγει ὁ Θεός, ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα, καὶ προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν, καὶ οἱ νεανίσκοι ὑμῶν ὁράσεις ὄψονται καὶ οἱ πρεσβύτεροι ὑμῶν ἐνύπνια ἐνυπνιασθήσονται·
Καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν χρονικὴν περίοδον, ποὺ θὰ ἀρχίσῃ ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ Μεσσίας, λέγει ὁ Θεὸς ὅτι θὰ συμβῇ τοῦτο θὰ ἐκχύσω ἀπὸ τὰ χαρίσματα τοῦ Πνεύματός μου καὶ θὰ διαμοιράσω ταῦτα εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους· καὶ θὰ προφητεύσουν οἱ υἱοί σας καὶ αἱ θυγατέρες σας· καὶ οἱ νέοι σας θὰ ἴδουν ὀπτασίας ὑπερφυσικὰς καὶ οἱ γέροντές σας θὰ ἐνυπνιασθοῦν θεία καὶ ἀποκαλυπτικὰ ὅνειρα.
18 καί γε ἐπὶ τοὺς δούλους μου καὶ ἐπὶ τὰς δούλας μου ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου, καὶ προφητεύσουσι.
Ἀκόμη καὶ εἰς τοὺς δούλους καὶ εἰς τὰς δούλας μου, ποὺ οἱ ἄνθρωποι τοὺς κατατάσσουν εἰς τὴν κατωτέραν κοινωνικὴν τάξιν, θὰ τοὺς μεταδώσω κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας ἄφθονα χαρίσματα ἀπὸ τὸ Πνεῦμα μου καὶ θὰ προφητεύσουν.
19 καὶ δώσω τέρατα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ σημεῖα ἐπὶ τῆς γῆς κάτω, αἷμα καὶ πῦρ καὶ ἀτμίδα καπνοῦ·
Καὶ θὰ δώσω καταπληκτικὰ θαύματα εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάνω καὶ φαινόμενα ἀποδεικτικὰ τῆς θείας δυνάμεως ἐπὶ τῆς γῆς κάτω· καταστροφὰς μεγάλας καὶ ἐρημώσεις· αἱματοχυσίας καὶ πυρκαϊὰς καὶ σύννεφον καπνοῦ, ποὺ θὰ ἀνεβαίνῃ ἀπὸ τὰς καιομένας πόλεις καὶ χωρία.
20 ὁ ἥλιος μεταστραφήσεται εἰς σκότος καὶ ἡ σελήνη εἰς αἷμα πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ.
Ὁ ἥλιος θὰ ὑποστῇ ἔκλειψιν καὶ θὰ μεταστροφῇ εἰς σκότος καὶ ἡ σελήνη θὰ πάρῃ τὸ χρῶμα αἵματος, προτοῦ νὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἡ μεγάλη καὶ περίβλεπτος, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος θὰ ἔλθῃ ἐνδόξως διὰ νὰ κρίνῃ τοὺς ἐχθρούς του. Τέτοιαι καταστροφαὶ καὶ θεομηνίαι πρόκειται νὰ γίνουν καὶ τώρα, ὁπότε ὁ Κύριος ἐν δικαιοσύνῃ θὰ πατάξῃ ὅσους ἐκ τῶν Ἰουδαίων θὰ ἐπιμείνουν εἰς τὴν ἀπιστίαν· πρόκειται νὰ ἐπαναληφθοῦν καὶ ἐν τῷ μεταξύ, ὁσάκις διὰ μέσου τῶν αἰώνων θὰ ἐκσπᾷ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ κατὰ τῶν ἀποστατῶν, ἀλλὰ θὰ πραγματοποιηθοῦν καὶ τελικῶς καὶ κατὰ τὴν δευτέραν τοῦ Κυρίου παρουσίαν.
21 καὶ ἔσται πᾶς ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται.
Καὶ θὰ συμβῇ ὥστε καθένας, ποὺ θὰ ἐπικαλεσθῇ μὲ πίστιν καὶ εὐλάβειαν τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, θὰ σωθῇ καὶ θὰ ἀπολαύσῃ τὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ Μεσσίου.
22 Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, ἀκούσατε τοὺς λόγους τούτους. Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον, ἄνδρα ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἀποδεδειγμένον εἰς ὑμᾶς δυνάμεσι καὶ τέρασι καὶ σημείοις οἷς ἐποίησε δι᾿ αὐτοῦ ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ ὑμῶν, καθὼς καὶ αὐτοὶ οἴδατε,
Ἄνδρες, ἀπόγονοι τοῦ εὐλογημένου Ἰσραήλ, ἀκούσατε τοὺς λόγους αὐτούς, ποὺ θὰ σᾶς εἴπω· τὸν Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον, ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἀπεδείχθη μεταξύ σας ποῖος ἦτο ὄχι ἀπὸ ἄνθρωπον, ἀλλ’ ἀπὸ αὐτὸν τὸν Θεόν· καὶ ἀπεδείχθη μὲ δυνάμεις καὶ καταπληκτικὰ ἔργα καὶ ἀποδεικτικὰ θαύματα, ποὺ ἔκαμε δι’ αὐτοῦ ὁ Θεὸς έν μέσῳ ὑμῶν, καθὼς καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι γνωρίζετε·
23 τοῦτον τῇ ὡρισμένῃ βουλῇ καὶ προγνώσει τοῦ Θεοῦ ἔκδοτον λαβόντες, διὰ χειρῶν ἀνόμων προσπήξαντες ἀνείλετε·
αὐτὸν τὸν Ἰησοῦν, ποὺ σᾶς παρεδόθη ἀπὸ τὸν προδότην σύμφωνα μὲ τὴν ὡρισμένην ἀπόφασιν καὶ πρόγνωσιν τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ τὸν ἐπιάσατε, τὸν ἐκαρφώσατε εἰς τὸν σταυρὸν καὶ τὸν ἐφονεύσατε διὰ τῶν Ρωμαίων στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐθνικοὶ καὶ ξένοι πρὸς τὸν Νόμον.
24 ὃν ὁ Θεὸς ἀνέστησε λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου, καθότι οὐκ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι αὐτὸν ὑπ᾿ αὐτοῦ.
Τοῦτον ὁ Θεὸς ἀνέστησε καὶ ἔλυσε τὰς λύπας, ποὺ τοῦ ἐπροξένησεν ὁ θάνατος, διότι σύμφωνα μὲ τὰς προφητείας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κρατῆται αὐτὸς ὑπὸ τοῦ θανάτου.
25 Δαυΐδ γὰρ λέγει εἰς αὐτόν· προωρῴμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν ἵνα μὴ σαλευθῶ.
Δὲν ἦτο δυνατὸν δὲ νὰ μένῃ αὐτὸς πεθαμένος, διότι ὁ Δαβὶδ λέγει ἀναφερόμενος εἰς αὐτόν· Ἔβλεπα ἐγὼ ὁ Μεσσίας ἐμπρός μου τὸν Κύριον πάντοτε· τὸν ἔβλεπα, ὅτι εἶναι εἰς τὰ δεξιά μου ἕτοιμος νὰ μὲ προστατεύσῃ διὰ νὰ μὴ ἀνησυχῷ καὶ κλονισθῶ ἀπὸ φόβον ἢ κίνδυνον ὁποιονδήποτε.
26 διὰ τοῦτο εὐφράνθη ἡ καρδία μου καὶ ἠγαλλιάσατο ἡ γλῶσσά μου, ἔτι δὲ καὶ ἡ σάρξ μου κατασκηνώσει ἐπ᾿ ἐλπίδι,
Διότι δὲ αἰσθάνομαι τὸν Θεὸν εἰς τὰ δεξιά μου ἕτοιμον νὰ μὲ προστατεύσῃ, δι’ αὐτὸ εὐφράνθη ἡ καρδία μου καὶ ἐξεδήλωσα μεγάλην χαρὰν μὲ τὴν γλῶσσαν μου, ἀκόμη δὲ καὶ τὸ σῶμα μου κατὰ τὴν ὥραν τοῦ θανάτου θὰ ἀναπαυθῇ καὶ θὰ ἠσυχάσῃ εἰς τὸν τάφον μὲ ἐλπίδα, ὅτι γρήγορα θὰ ἀναστηθῇ.
27 ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδου οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν.
Διότι δὲν θὰ ἐγκαταλείψῃς τὴν ψυχήν μου νὰ μείνῃ ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς τὸν τόπον τοῦ ᾍδου, οὔτε θὰ ἐπιτρέψῃς ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἀφωσιωμένος εἰς σὲ γιός σου νὰ πάθῃ εἰς τὸ σῶμα του τὴν φθορὰν καὶ ἀποσύνθεσιν τοῦ τάφου.
28 ἐγνώρισάς μοι ὁδοὺς ζωῆς, πληρώσεις με εὐφροσύνης μετὰ τοῦ προσώπου σου.
Μοῦ ἔδειξες καὶ μοῦ ἐγνωστοποίησες δρόμους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὸν τάφον, ὅπου δι’ ὀλίγον καιρὸν θὰ παραμείνω, ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ μακαρίαν ζωήν· θὰ μὲ γεμίσῃς εὐφροσύνην, ὅταν θὰ μὲ ἀνυψώσῃς καὶ θὰ μὲ πάρῃς μαζί σου εἰς τοὺς οὐρανοὺς διὰ νὰ ἀπολαμβάνω καὶ ὡς ἄνθρωπος τὴν δόξαν τοῦ προσώπου σου.
29 Ἄδρες ἀδελφοί, ἐξὸν εἰπεῖν μετὰ παρρησίας πρὸς ὑμᾶς περὶ τοῦ πατριάρχου Δαυΐδ ὅτι καὶ ἐτελεύτησε καὶ ἐτάφη καὶ τὸ μνῆμα αὐτοῦ ἐστιν ἐν ἡμῖν ἄχρι τῆς ἡμέρας ταύτης.
Ἄνδρες ἀδελφοί, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς εἴπω ἐλεύθερα διὰ τὸν πατριάρχην Δαβίδ, διὰ στόματος τοῦ ὁποίου ἐλέχθη ἡ προφητεία αὐτὴ, ὅτι αὐτὸς καὶ ἀπέθανε καὶ ἐτάφη καὶ τὸ μνημεῖον του εἶναι μεταξύ μας ἐδῶ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα μέχρι τῆς σημερινῆς ἡμέρας. Δὲν ἐφαρμόζεται λοιπὸν ἡ προφητεία αὐτὴ εἰς τὸν Δαβίδ, ποὺ παραμένει πεθαμένος καὶ θαμμένος ἕως σήμερον.
30 προφήτης οὖν ὑπάρχων, καὶ εἰδὼς ὅτι ὅρκῳ ὤμοσεν αὐτῷ ὁ Θεὸς ἐκ καρποῦ τῆς ὀσφύος αὐτοῦ τὸ κατὰ σάρκα ἀναστήσειν τὸν Χριστὸν καθίσαι ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτοῦ,
Ἀλλ’ ὁ Δαβὶδ προικισμένος μὲ μόνιμον χάρισμα προφητείας καὶ γνωρίζων, ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ ὑπεσχέθη μὲ ὅρκον, ὅτι ἀπὸ ἀπόγονον τῶν σπλάγχνων του, τὴν Μαρίαν δηλαδή, ἔμελλε νὰ ἀναστήσῃ κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τὸν Χριστὸν διὰ νὰ καθίσῃ ἐπὶ τοῦ θρόνου του ὡς πνευματικὸς καὶ αἰώνιος βασιλεύς,
31 προϊδὼν ἐλάλησε περὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἰς ᾅδου οὐδὲ ἡ σὰρξ αὐτοῦ εἶδε διαφθοράν.
προεῖδε τὰ μέλλοντα καὶ ὡμίλησε διὰ τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, ὅτι δὲν ἐγκατελείφθη ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν τόπον τοῦ ᾍδου, οὔτε τὸ σῶμα του εἶδε τὴν φθορὰν καὶ ἀποσύνθεσιν τοῦ τάφου.
32 τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ἀνέστησεν ὁ Θεός, οὗ πάντες ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες.
Τοῦτον τὸν Ἰησοῦν, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησα, τὸν ἀνέστησεν ὁ Θεὸς ἐκ νεκρῶν, καὶ μάρτυρες τοῦ γεγονότος αὐτοῦ τῆς Ἀναστάσεως εἴμεθα ὅλοι ἡμεῖς.
33 τῇ δεξιᾷ οὖν τοῦ Θεοῦ ὑψωθείς, τήν τε ἐπαγγελίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λαβὼν παρὰ τοῦ πατρός, ἐξέχεε τοῦτο ὃ νῦν ὑμεῖς βλέπετε καὶ ἀκούετε.
Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς μετὰ τὴν Ἀνάστασίν του ἀνυψώθη μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Πατέρα του τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ ὑπεσχέθη εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἀποστόλους ὅτι θὰ μᾶς ἔστελλεν, ἔχυσεν ἀφθόνους τὰς δωρεὰς καὶ τὰς ὑπερφυσικὰς αὐτὰς ἐνεργείας, τὰς ὁποίας σεῖς βλέπετε τώρα καὶ ἀκούετε.
34 οὐ γὰρ Δαυΐδ ἀνέβη εἰς τοὺς οὐρανούς, λέγει δὲ αὐτός· εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου
Ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἀνυψώσεως αὐτῆς τοῦ Ἰησοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν ὡμίλησε προφητικῶς ὁ Δαβὶδ καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ εἰς τὸν Ἰησοῦν καὶ ὄχι εἰς τὸν Δαβὶδ νὰ ἀναφέρωνται οἱ προφητικοὶ αὐτοὶ λόγοι. Διότι ὁ Δαβὶδ δὲν ἀνέβη εἰς τοὺς οὑρανούς, λέγει ὅμως ὁ ἴδιος· Εἶπεν ὁ Κύριος καὶ Θεὸς εἰς τὸν Μεσσίαν, ὁ ὁποῖος εἶναι μὲν ἀπόγονός μου ὡς ἄνθρωπος, ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι καὶ Κύριός μου ὡς Θεός: Κάθησε εἰς τὰ δεξιά μου διὰ νὰ ἀπολαμβάνῃς καὶ ὡς ἄνθρωπος θείας καὶ μοναδικὰς τιμάς,
35 ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου.
ἕως ὅτου ὑποτάξω τελείως εἰς σὲ τοὺς ἐχθρούς σου καὶ τοὺς κάμω στήριγμα, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον θὰ πατοῦν τὰ πόδια σου.
36 ἀσφαλῶς οὖν γινωσκέτω πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ ὅτι καὶ Κύριον καὶ Χριστὸν αὐτὸν ὁ Θεὸς ἐποίησε, τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε.
Ἂς γνωρίζῃ λοιπὸν ἀσφαλῶς καὶ μὲ βεβαιότητα ὁλόκληρον τὸ γένος τῶν Ἰσραηλιτῶν, ὅτι αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν Ἰησοῦν, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐσταυρώσατε, τὸν ἀνέδειξε καὶ τὸν ἐγκατέστησεν ὁ Θεὸς Κύριον καὶ Χριστόν, διότι ἔδωκε καὶ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν του πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ βασιλικὴν δόξαν.
37 Ἀκούσαντες δὲ κατενύγησαν τῇ καρδίᾳ, εἶπόν τε πρὸς τὸν Πέτρον καὶ τοὺς λοιποὺς ἀποστόλους· τί ποιήσομεν, ἄνδρες ἀδελφοί;
Ἀφοῦ δὲ ἤκουσαν τὸν λόγον τοῦτον, συνησθάνθησαν τὴν ἐνοχήν των καὶ κατέλαβε λύπη καὶ κατάνυξις τὴν καρδίαν των καὶ εἶπον εἰς τὸν Πέτρον καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς Ἀποστόλους· Τί πρέπει νὰ κάμωμεν, ἄνδρες ἀδελφοί, διὰ νὰ συγχωρηθῇ ἡ ἐνοχή μας;
38 Πέτρος δὲ ἔφη πρὸς αὐτούς· μετανοήσατε, καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καὶ λήψεσθε τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὁ Πέτρος δὲ τότε εἶπε πρὸς αὐτούς· Μετανοήσατε καὶ ἕκαστος ἀπὸ σᾶς ἐγκολπούμενος μὲ πίστιν ἀδίστακτον ὡς σωτῆρα του καὶ κύριον του τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἂς βαπτισθῇ διὰ νὰ τοῦ δοθῇ ἄφεσις ἁμαρτιῶν. Καὶ θὰ λάβετε τὴν δικαίωσιν καὶ τὸν ἁγιασμόν, τὰ ὁποῖα ὡς δωρεὰν παρέχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἰς τοὺς βαπτιζομένους.
39 ὑμῖν γάρ ἐστιν ἡ ἐπαγγελία καὶ τοῖς τέκνοις ὑμῶν καὶ πᾶσι τοῖς εἰς μακράν, ὅσους ἂν προσκαλέσηται Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν.
Μὴ ἀμφιβάλλετε περὶ τούτου, διότι ἡ διὰ τοῦ προφήτου Ἰωὴλ ὑπόσχεσις περὶ τῆς ἐκχύσεως καὶ δωρεὰς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐδόθη διὰ σᾶς καὶ διὰ τοὺς ἀπογόνους σας καὶ δι’ ὅλους, ὅσους θὰ προσκαλέσῃ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ λατρεύουν τὰ εἴδωλα, εἶναι τώρα μακρὰν ἀπὸ τὸν Θεόν.
40 ἑτέροις τε λόγοις πλείοσι διεμαρτύρετο καὶ παρεκάλει λέγων· σώθητε ἀπὸ τῆς γενεᾶς τῆς σκολιᾶς ταύτης.
Καὶ μὲ ἄλλους λόγους περισσοτέρους δημοσίᾳ καὶ μὲ τόνον ζωηρὸν ἐμαρτύρει ὁ Πέτρος περὶ τῆς ἀληθείας καὶ προέτρεπε τοὺς Ἰουδαίους λέγων· Σώσατε τοὺς ἑαυτούς σας ἀπὸ τὴν φοβερὰν τιμωρίαν, ποὺ θὰ ὑποστῇ ἡ κακὴ καὶ διεστραμμένη αὐτὴ γενεά, ἡ ὁποία ἐσταύρωσε τὸν Ἰησοῦν.
41 οἱ μὲν οὖν ἀσμένως ἀποδεξάμενοι τὸν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν, καὶ προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι.
Καὶ αὐτοὶ μὲν ἐδέχθησαν εὐχαρίστως καὶ μὲ τὴν καρδία τους τὸν λόγον καὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Πέτρου, καὶ ἐβαπτίσθησαν. Καὶ ἔτσι προσετέθησαν εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην περίπου τρεῖς χιλιάδες πρόσωπα.
42 ἦσαν δὲ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς.
Ἦσαν δὲ ἀφωσιωμένοι μὲ ζῆλον καὶ ἐπιμονὴν εἰς τὴν ἀκρόασιν τῆς διδασκαλίας τῶν Ἀποστόλων καὶ εἰς τὴν μεταξύ των στοργικὴν ἐπικοινωνίαν καὶ ἑνότητα καὶ εἰς τὸν διὰ τὴν μετάληψιν τεμαχισμὸν τοῦ ἄρτου τῆς θείας Εὐχαριστίας, καὶ εἰς τὰς προσευχάς.
43 Ἐγένετο δὲ πάσῃ ψυχῇ φόβος, πολλά τε τέρατα καὶ σημεῖα διὰ τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο.
Κατέλαβε δὲ φόβος κάθε ψυχήν, καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς μὴ πιστεύσαντας, οἱ ὁποῖοι ἔπαυσαν πλέον νὰ ἐμπαίζουν καὶ νὰ περιγελοῦν τοὺς Χριστιανούς, εἰς τοῦτο δὲ συνετέλει καὶ τὸ ὅτι πολλὰ καταπληκτικὰ θαύματα καὶ σημεῖα ἐγίνοντο διὰ μέσου τῶν ἀποστόλων.
44 πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά,
Ὅλοι δὲ ἀνεξαιρέτως οἱ μετὰ θερμότητος ἐμμένοντες εἰς τὴν πίστιν, ἦσαν μεταξύ των ἐνωμένοι, σὰν μέλῃ τῆς αὐτῆς οἰκογενείας καὶ εἶχαν ὅλα κοινά.
45 καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καὶ διεμέριζον αὐτὰ πᾶσι καθότι ἂν τις χρείαν εἶχε·
Ἐπώλουν λοιπὸν τὰ κτήματα καὶ τὰ κινητὰ ὑπάρχοντά των καὶ διεμοίραζον τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῆς πωλήσεως ταύτης χρήματα εἰς ὅλους τοὺς στερουμένους ἀδελφοὺς ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης, ποὺ θὰ εἶχεν ὁ καθένας ἐξ αὐτῶν.
46 καθ᾿ ἡμέραν τε προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἱερῷ, κλῶντές τε κατ᾿ οἶκον ἄρτον. μετελάμβανον τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας,
Καὶ κάθε ἡμέραν ἐσύχναζαν μὲ ἀκούραστον ζῆλον καὶ μὲ μίαν ψυχὴν ὅλοι εἰς τὸ ἱερὸν καὶ ἀφοῦ ἔκοπτον ἄρτον κατ’ ἰδίαν εἰς τὰ σπίτια, ὅπου συνηθροίζοντο εἰς κοινὰς τραπέζας, ἐλάμβανον μέρος εἰς τὴν τροφήν, ποὺ παρετίθετο, καὶ ἔτρωγαν μὲ καρδίαν γεμᾶτην ἀπὸ ἀγαλλίασιν καὶ μὲ παιδικὴν εἰλικρίνειαν καὶ ἁπλότητα.
47 αἰνοῦντες τὸν Θεὸν καὶ ἔχοντες χάριν πρὸς ὅλον τὸν λαόν. ὁ δὲ Κύριος προσετίθει τοὺς σῳζομένους καθ᾿ ἡμέραν τῇ ἐκκλησίᾳ.
Διὰ τὴν εἰρηνικὴν δὲ καὶ ἀφωσιωμένην ταύτην ζωήν των ἐδοξολόγουν τὸν Θεὸν καὶ ἀπελάμβανον τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν εὔνοιαν τοῦ λαοῦ. Ὁ δὲ Κύριος προσέθετε κάθε ἡμέραν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὡς νέα μέλη αὐτῆς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μὲ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ ἦσαν προωρισμένοι νὰ σωθοῦν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα